Η γραμματική και το συντακτικό είναι για τους περισσότερους δυο γνωστά -και συνήθως απεχθή- σχολικά βοηθήματα που τους βοηθούσαν να «λύνουν» τις γλωσσικές τους ασκήσεις, γεμάτα από τύπους, καταλήξεις, άνωθεν επιβεβλημένα κριτήρια κατηγοριοποίησης, που πρέπει να «παπαγαλίσουν».
Έτσι, στην εκπαιδευτική διαδικασία είτε από συνήθεια ή ολιγωρία, είτε γιατί «έτσι μας έμαθαν κι εμάς» εξηγούν κάποτε οι εκπαιδευτικοί- και για ένα σωρό άλλους λόγους η σύνταξη της γλώσσας, αυτό που λέμε «συντακτικό» και η γραμματική της απεικόνιση -κάτι πολύ ευρύτερο, ειδικά για τις σύγχρονες μετασχηματιστικές θεωρίες από ένα σχολικό «βοήθημα»- εξηγείται στους μαθητές σαν τύπος, σαν ορολογίες που πρέπει να μάθουν (ή καλύτερα, να αποστηθίσουν) για να απαντούν σωστά σε ερωτήσεις όπως: ποιο είναι το υποκείμενο της πρότασης, τι είδους πρόταση είναι η τάδε ως προς τη δομή, την ποιότητα ή το περιεχόμενο, γιατί η πρόταση είναι ονοματική η επιρρηματική, γιατί έχουμε κατηγορούμενο και όχι αντικείμενο κ.ο.κ. Ποιο είναι το επίθετο -αν μιλάμε για τη γραμματική- τι κλίση είναι αυτή και άλλες τέτοιες τυπικούρες, που πρέπει να τις γνωρίζουν τα παιδιά, αλλά μόνο ως βάση για να εισέλθουν σε πολύ ουσιαστικότερα πράγματα γύρω από τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να αξιοποιήσουν τη γλώσσα και να κατανοήσουν τους μηχανισμούς λειτουργίας της.
Έτσι, όλη αυτή η «γνώση», για την οποία αναλώνεται άπειρος διδακτικός και αναγνωστικός εκ μέρους των μαθητών χρόνος, δεν συνδέεται δυστυχώς με μια προσπάθεια συγκρότησης σφαιρικής εικόνας των γραμματικών και συντακτικών φαινομένων, δηλαδή της γλώσσας- δεν απαντά στο αίτημα να γνωρίσουμε τους επικοινωνιακούς κώδικες της γλώσσας μας καλύτερα μέσα από τη γνώση και τη χρήση των συντακτικών δομών∙ μάλλον συμβαίνει το εντελώς αντίθετο: χρησιμοποιούμε τις γνώσεις που έχουμε από τη ζώσα γλώσσα, από τον ομιλούμενο λόγο σε πραγματικές συνθήκες επικοινωνίας, για να ερμηνεύσουμε εκείνο και το άλλο παράδειγμα του βιβλίου του συντακτικού και της γραμματικής!
Είναι τραγελαφικό να σκεφτεί κανείς ότι η πρώτη, σοβαρή δουλειά για τη συγγραφή συντακτικού της Νέας Ελληνικής, της Δημοτικής, γράφτηκε από τον Αχιλλέα Τζάρτζανο σε ένα νοσοκομείο στην Ελβετία, όπου ανάρρωνε ο μέγας γλωσσολόγος, για να αποδείξει ακριβώς ότι -παρά τα λεγόμενα της εποχής- έχει και η Δημοτική κανόνες που τη ρυθμίζουν. Κοντά στα άλλα, οι τότε εκπαιδευτικοί είχαν «την προκατάληψη πως στα νεοελληνικά κείμενα εν γένει βασιλεύει γλωσσική αναρχία, και πως, όσον αφορά ιδιαιτέρως τη σύνταξη της νέας μας γλώσσας, αυτή είναι εντελώς ανώμαλη και ακαθόριστη, γενικώς τέτοια ώστε να μην μπορεί να υπαχθεί σε κανόνες».1
Εκ των υστέρων, αποδείχθηκε πως η Νέα Ελληνική έχει τόσους κανόνες, που η προσέγγιση τους κατάντησε μηχανιστική, χωρίς να προσφέρεται ουσιαστική θέαση του γλωσσικού φαινομένου μέσα από στερεότυπα της γλώσσας που αρχικώς φαντάζουν ξηρά και ανούσια.
Το συντακτικό όμως στηρίζεται σε κανόνες που υπαγορεύονται από τη γλωσσική λογική, όχι από κάποιο θέσφατο που πρέπει να τηρείται ευλαβικά. Γι’ αυτό εξάλλου, και συχνά οι κανόνες αυτοί υπόκεινται σε αλλαγές που αντανακλούν τις φυσικές αλλαγές που επισυμβαίνουν στη ζωντανή γλώσσα.
Εκλογίκευση των γλωσσικών κανόνων δεν σημαίνει απαραίτητα και ανεπίτρεπτη σε κάποιες περιπτώσεις «εκλαΐκευση».
1 Τζάρτζανος, Α.: Νεοελληνική Σύνταξις (της κοινής Δημοτικής), τομ. Α’, 1991 (1928α, 1945β, συμπληρωμένη), σελ. 17.