Απέναντι από την Πύλη Αμμοχώστου, ένα κτήριο του 1965, εμβαδού 3630 τ.μ., παραδίδεται επίσημα στις Πολιτιστικές Υπηρεσίες. Από αυτή τη στιγμή, μέχρι τη μέρα που θα ανοίξει επίσημα τις πόρτες του ως Κρατική Πινακοθήκη Σύγχρονης Τέχνης, ο χρόνος για την πραγματοποίηση ενός ονείρου δεκαετιών, μετρά αντίστροφα.

Το κτήριο της ΣΠΕΛ στην πόλη της Παλιάς Λευκωσίας είναι καθ’ οδόν για τον τελικό προορισμό του, αφού από τα χέρια του εργολάβου και των αρχιτεκτόνων πρόκειται σύντομα να βρεθεί επίσημα στα χέρια των Πολιτιστικών Υπηρεσιών. Η κτηριακή ολοκλήρωση της ΣΠΕΛ σηματοδοτεί το τέλος μιας μακρόχρονης πορείας, που ταυτόχρονα οδηγεί στην ολοκλήρωση ενός σημαντικού έργου, αυτού της δημιουργίας μιας  Σύγχρονης Κρατικής Πινακοθήκης. Όσο χρονοβόρες κι αν ήταν οι διαδικασίες για την προώθηση και ολοκλήρωση της ανακαίνισης του κτηρίου, άλλο τόσο βέβαιοι είναι οι υπεύθυνοι στις Πολιτιστικές πως ο χρόνος αξιοποιήθηκε ώστε να τεθεί σε πιο σωστή βάση η μελλοντική λειτουργία της. Από δω και στο εξής, για τον διευθυντή των Πολιτιστικών Υπηρεσιών Παύλο Παρασκευά, όλα όσα θα ακολουθήσουν είναι «θέματα διαδικαστικά, που αφορούν πια σε εφαρμογή των στρατηγικών αποφάσεων».

«Όλες αυτές τις δεκαετίες», εξηγεί, «τα οικονομικά και λειτουργικά εμπόδια που βρίσκαμε στο δρόμο μας, αναχαίτιζαν διαρκώς τα σχέδιά μας και μας υπέβαλλαν μια πραγματικότητα που δεν ικανοποιούσε ούτε εμάς, ούτε την καλλιτεχνική κοινότητα, ούτε το κοινωνικό σύνολο. Τώρα πια, διαθέτουμε έναν αξιοπρεπή χώρο στην καρδιά της πρωτεύουσας, ο οποίος θα επιτρέψει, μέσα από μια συγκεκριμένη διαδικασία θεσμικής αναβάθμισης, τη δημιουργία μιας σύγχρονης Πινακοθήκης που να αναδεικνύει την Κρατική Συλλογή, με όλες τις παρεμφερείς λειτουργίες». 

«Θεωρούμε πως έργα σαν και αυτά αποτελούν τον πιο ουσιώδη λόγο ύπαρξής μας ως Πολιτιστικές. Ο χορηγικός ρόλος της Υπηρεσίας είναι πολύ σημαντικός, αλλά αυτός θα μπορούσε να εκπληρωθεί και μέσα από άλλες δομές. Η διαμόρφωση πολιτικών και η δημιουργία υποδομών πρέπει να είναι η βασική αποστολή μας. Η ίδρυση Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης στην Κύπρο, τόσο ως νομικό καθεστώς όσο και ως κτηριακή υποδομή – που προς το παρόν αντιστοιχεί με τις δύο Πινακοθήκες – θα πρέπει να παρέχει πρωτίστως το πλαίσιο για μια πιο ολοκληρωμένη διατύπωση της ιστορίας της Κυπριακής Τέχνης. Η σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία έχει τη δική της αυτονομία και δυναμική, αλλά η Πολιτεία έχει την υποχρέωση να παρέχει το πλαίσιο για την καλύτερη τεκμηρίωση, κατανόηση και προώθησή της, προς όφελος του καλλιτέχνη, του ειδικού, του ερευνητή και του κοινού», αναφέρει η μορφωτική λειτουργός Λούλη Μιχαηλίδου, υπεύθυνη για το έργο. 

Η θεσμική αναβάθμιση που γίνεται, εξηγούν, θα είναι ριζική και αναμένεται πως θα επιτρέψει στα δύο Τμήματα της Πινακοθήκης να λειτουργήσουν, όχι πλέον ως προέκταση της κρατικής μηχανής αλλά πιο αυτόνομα και αποτελεσματικά, αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα τις βασικές μουσειακές λειτουργίες που μέχρι τώρα ήταν κάτω από την ευθύνη των Πολιτιστικών Υπηρεσιών (π.χ. διαχείριση  της Κρατικής Συλλογής, νέα αποκτήματα, θεσμικές εκπροσωπήσεις κ.α.) Παράλληλα, θα καθιστά δυνατή την ένταξη, υπό το νέο νομικό καθεστώς, οποιουδήποτε υφιστάμενου ή άλλου κρατικού μουσείου τέχνης δημιουργηθεί στο μέλλον. Σε αυτή τη βάση, το έργο φιλοδοξεί να διαδραματίσει το ρόλο που του αναλογεί στην εικαστική ζωή της πόλης και του τόπου: να αποτελέσει μια θεμελιώδη πλατφόρμα παρουσίασης, ανάλυσης και ανάπτυξης της σύγχρονης τέχνης, να ενδυναμώσει τις συνεργασίες με άλλους φορείς και κέντρα τέχνης στην Κύπρο, ιδιωτικά και ανεξάρτητα, να ενθαρρύνει την επιστημονική έρευνα και να διευρύνει τη διεθνή δικτύωση.

Το επόμενο βήμα 

Οι Πολιτιστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού επιδιώκουν την ίδρυση Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, βάσει Νομοθεσίας. Θεώρησαν λοιπόν αναγκαία τη διεξαγωγή ειδικής μελέτης, η οποία να εξετάζει διάφορα θεσμικά μοντέλα κρατικών μουσείων που λειτουργούν στο εξωτερικό, με στόχο να διατυπωθούν εισηγήσεις για τη σύνθεση του καταλληλότερου μοντέλου για την περίπτωση της Κύπρου. Απώτερός τους στόχος είναι η δημιουργία μιας δυναμικής και ευέλικτης δομής, με πρόνοιες για το κατάλληλο ανθρώπινο δυναμικό, που να καθιστά δυνατή μια αποτελεσματική επιχειρησιακή λειτουργία, επιτρέποντας στους αρμόδιους κρατικούς φορείς να επικεντρωθούν αμιγώς στη διαμόρφωση πολιτιστικής και μουσειακής πολιτικής.  

Παρόμοιες μεταρρυθμιστικές ενέργειες έγιναν στο παρελθόν και σε άλλους τομείς όπως το θέατρο, που οδήγησε στη δημιουργία του ΘΟΚ, και τη μουσική, με τη δημιουργία της Συμφωνικής Ορχήστρας Κύπρου.

Η διεξαγωγή της μελέτης με στόχο την ίδρυση και τη λειτουργία Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης Κύπρου ανατέθηκε σε ομάδα εργασίας του Εργαστηρίου Οπτικής Κοινωνιολογίας και Μουσειολογίας του Τμήματος Πολυμέσων και Γραφικών Τεχνών του ΤΕΠΑΚ, μέσα από Διαγωνισμό με τη Διαδικασία Διαπραγμάτευσης για την Παροχή Υπηρεσιών Συμβούλου. 

Η συνέχεια

Μετά την ολοκλήρωση της αρχιτεκτονικής διαμόρφωσης, ακολουθεί μια σειρά από ενέργειες που αποτελούν προϋπόθεση για τη λειτουργία της νέας Πινακοθήκης. Αυτές έχουν να κάνουν με την εσωτερική διαμόρφωση του χώρου υποδοχής, των κοινόχρηστων χώρων και των γραφείων, το σχεδιασμό οπτικής ταυτότητας, την τοπιοτέχνηση των χώρων πρασίνου και την προκήρυξη προσφορών για τη διαχείριση της καφετέριας, του καφεστιατορίου και του βιβλιοπωλείου/πωλητηρίου. Θα γίνει, επίσης, η αναδιοργάνωση και μεταφορά, από το κτήριο Majestic, των κεντρικών Αρχείων και της Βιβλιοθήκης της Κρατικής Πινακοθήκης, καθώς και η εφαρμογή ειδικού λογισμικού  για τη διαχείριση μουσειακών συλλογών, στο πλαίσιο αναβάθμισης του ψηφιακού αρχείου της Κρατικής Συλλογής Έργων Τέχνης.

Ένας οργανισμός, δυο πινακοθήκες

Η Κρατική Συλλογή θα «διαχωριστεί» χρονικά και ιστορικά. Τα πιο αντιπροσωπευτικά έργα της μοντέρνας περιόδου θα  στεγάζονται στο κτήριο Majestic, που πρόθεση είναι να μετονομαστεί σε «Κρατική Πινακοθήκη Μοντέρνας Κυπριακής Τέχνης». Τα έργα από την Ανεξαρτησία (ως ιστορικό ορόσημο, τόσο για την πορεία της τέχνης όσο και για την Κύπρο) και έπειτα, θα παρουσιάζονται στο νέο κτήριο, που θα αιτιολογεί καλύτερα τον τίτλο της «Κρατικής Πινακοθήκης Σύγχρονης Κυπριακής Τέχνης». 

Στο Majestic μπορούσαν να φιλοξενηθούν μόνο περίπου 200 έργα, ενώ η Κρατική Συλλογή αριθμεί πέραν των 3.500. Παρόλα αυτά, είναι πρώιμο να αναφερθούμε σε μια πιο συγκεκριμένη εικόνα των έργων που θα φιλοξενηθούν στη ΣΠΕΛ. «Ένας από τους βασικούς στόχους είναι να αναδεικνύεται η ιστορία της κυπριακής τέχνης μέσα από τη μόνιμη έκθεση. Ο αριθμός των έργων και το πώς ακριβώς θα τοποθετηθούν αρχικά, θα αποφασιστεί μετά την ολοκλήρωση της μουσειακής μελέτης και στο πλαίσιο του νέου καθεστώτος διαχείρισης. Ανάμεσά τους και ένας αριθμός σύγχρονων μουσειακών έργων/εγκαταστάσεων της Συλλογής, που βρίσκουν, εν τέλει, το χώρο που μπορεί να τα φιλοξενήσει σε πιο μόνιμη βάση».

Πέρα από αυτό, η Πινακοθήκη θα πρέπει να λειτουργεί στη βάση ενός ολοκληρωμένου προγράμματος που να περιλαμβάνει περιοδικές εκθέσεις, παρουσιάσεις και συζητήσεις, προγράμματα μουσειακής αγωγής κ.τ.λ., ώστε να είναι σε θέση να ανταποκριθεί στο ρόλο ενός σύγχρονου μουσειακού χώρου στον 21ο αιώνα, καθώς και στις ανάγκες και προσδοκίες των διαφόρων ομάδων που συναποτελούν το κοινό του. 

Όσον αφορά στα προγράμματα μουσειακής αγωγής, οι Πολιτιστικές Υπηρεσίες βρίσκονται πολύ κοντά στην εξασφάλιση ενός  χώρου παρακείμενου προς το κτήριο ΣΠΕΛ, ο οποίος θα διαμορφωθεί κατάλληλα.

* Αρχιτέκτονες έργου της ΣΠΕΛ είναι οι  Όμηρος Μορφάκης, Γιώργος Γεωργίου και Χρήστος Σάββα, (κοινοπραξία γραφείων PapaArchitects, D. Michael&Associates και SCPArchitects-Engineers).