Γεννημένη στην Αμμόχωστο, μια πόλη με έντονη πνευματική ανάπτυξη, η Νίνα Ιακώβου (1931–2025) αποτύπωσε με διάφορα εικαστικά μέσα τις αγωνίες της για τον τόπο – και όχι μόνο.

Παρακολουθώντας τα έργα της στην έκθεση «Νίνα Ιακώβου: μάτια να βλέπουν και χέρια να αγγίζουν» την οποία οργανώνει το Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου σε συνεργασία με το Μουσείο Πιερίδη στη Λάρνακα, διαπιστώνεις ότι οι προβληματισμοί της ξεπερνούν τα σύνορα της Κύπρου και αγγίζουν διεθνή θέματα, όπως ο πόλεμος στο Αφρίν της Συρίας, η οικονομική και κλιματική κρίση. Οι επιμελητές της έκθεσης φέρνουν στο φως το πολύπλευρο έργο της και σκιαγραφούν ένα προοδευτικό πνεύμα, ακούραστα δημιουργικό, που έβλεπε μπροστά για την εποχή του.

Μετά την Τουρκική εισβολή, η Νίνα Ιακώβου εγκαταστάθηκε με την οικογένειά της στη Λάρνακα, σ’ ένα σπίτι το οποίο συστέγαζε και το μικρό εργαστήρι της. Η γλύπτρια αγαπούσε πολύ το μουσείο Πιερίδη στο οποίο είχε εκθέσει δουλειά της. Έτσι, το Πολιτιστικό Ίδρυμα Τραπέζης Κύπρου επέλεξε να παρουσιάσει τη μεγάλη αναδρομική της έκθεση στην πόλη που τη φιλοξένησε στην προσφυγιά, και στο Μουσείο Πιερίδη. Μάλιστα, ένα βοτσαλωτό δάπεδο που είχε στο σπίτι της εγκαταστάθηκε στην αυλή του μουσείου και θα παρουσιάζεται ως μόνιμο έκθεμα. Ο τίτλος της έκθεσης -μάτια να βλέπουν και χέρια να αγγίζουν- είναι εμπνευσμένος από λόγια της ίδιας τα οποία περιλαμβάνονται σε χειρόγραφο σημείωμα της.

Ανοιξιάτικες Αγωνίες 2008

«Είναι εντυπωσιακό το εύρος της δουλειάς της Νίνας», μας λέει ο Γιάννης Τουμαζής, διευθυντής του Πολιτιστικού Ιδρύματος Τραπέζης Κύπρου, ο οποίος επιμελήθηκε την έκθεση μαζί με τις Δήμητρα Ιγνατίου, Κατερίνα Πατσαλίδου και Ειρήνη Χένκιν. «Το όνομά της είναι συνυφασμένο με την κεραμική και τις Κουκκουμάρες, αλλά η δουλειά της είναι πολύ περισσότερα. Γνώριζα προσωπικά τη Νίνα. Ήταν από τις πρώτες ξεναγούς στην Κύπρο και συνάδελφος της μητέρας μου. Τέλειωσαν τη σχολή ξεναγών πριν την εισβολή. Ήταν ένα ανήσυχο πνεύμα για την εποχή της, που είχε το μεράκι να μαθαίνει και να δημιουργεί συνεχώς. Είναι από τις πρώτες γλύπτριες της Κύπρου, μάλιστα πούλησε ένα μέρος της προίκας της για να πάει να σπουδάσει γλυπτική στην Ελλάδα. Προερχόταν από μια οικογένεια διανοουμένων, είχε ξαδέλφια τους Χατζησωτηρίου. Έζησε δύσκολες καταστάσεις, όπως η προσφυγιά και η επιβίωση της οικογένειάς της, και ως το τέλος της ζωής της διατηρούσε πολλές αγωνίες που φαίνονται στο έργο της. Αγωνίες για τον τόπο της την Αμμόχωστο, για την πολιτική, την κοινωνική και την οικολογική κατάσταση. Πηγαίνοντας στο σπίτι της Νίνας μαζί με την κόρη της, τη Μαρία Ιακώβου, αντικρίσαμε στις αποθήκες της ακουαρέλες και γλυπτικά έργα. Εικαστικός με πολύπλευρο έργο, ήταν πολύ καλλιεργημένη, παρακολουθούσε θέατρο και εκθέσεις άλλων καλλιτεχνών. Επίσης διάβαζε πολύ και η βιβλιοθήκη της είναι μοναδική. Διατηρούσε τους καταλόγους από τα θέατρα που πήγαινε και από τις εκθέσεις. Παρακολουθούσε τα πάντα, και μέσα από την δουλειά της επιχειρούσε να συμβαδίσει, ακόμα και να προπορευτεί από αυτές τις καταστάσεις».

Τα κλειδιά

ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗ ΓΛΥΠΤΡΙΑ

Η Δήμητρα Ιγνατίου επισημαίνει πως, μελετώντας το αρχείο και το έργο της γλύπτριας, εντυπωσιάστηκε από το εύρος της δουλειάς της. «Ήταν μια γυναίκα που ανταποκρινόταν στις προσδοκίες της κοινωνίας, φρόντιζε την οικογένεια της αλλά ταυτόχρονα ήταν και πολύ ριζοσπαστική. Αυτό αρχίζει να φαίνεται καλύτερα στη δουλειά της μέσα από τα τελευταία έργα της, κάποια σκίτσα και σχέδια τα οποία έχουν μια άλλη ελευθερία και βγάζουν μια άλλη φωνή. Αρθρώνουν κάποιες αγωνίες και κάποιες αναζητήσεις. Αρχίζει και αποδομεί διάφορα πράγματα και τα επεξεργάζεται με μια μεγαλύτερη ελευθεριότητα στον τρόπο που προσεγγίζει το μέσο και τις τεχνικές. Μελετώντας το έργο της, παρατηρήσαμε ότι πειραματίστηκε πολύ με τις τεχνικές. Χρησιμοποιούσε κυρίως τα καλούπια. Πήγε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, αλλά έκανε μαθήματα και εκτός της Σχολής επειδή ήξερε τι ήθελε. Ήταν πολύ συνειδητοποιημένη, γνώριζε τα δυνατά της σημεία και πού ήθελε να εστιάσει με το έργο της. Είχε πολύ καλή αντίληψη της πορείας που επέλεξε να ακολουθήσει, γι’ αυτό πειραματιζόταν συνέχεια και δημιουργούσε ασταμάτητα».

Φιδομάνα

Ο τόπος καταγωγής της, έπαιξε σημαντικό ρόλο στο έργο της, σημειώνει ο Γιάννης Τουμαζής. «Ήταν μια γυναίκα της Αμμοχώστου που εξέφραζε τη διαφορετική θέση που είχε η πόλη στην Κύπρο δυο δεκαετίες πριν από την εισβολή. Στην πόλη είχε αρχίσει η ανάπτυξη, είχε αρχίσει και ο τουρισμός, ήταν όμως ταυτόχρονα και κοσμοπολίτικη, ένας χώρος πολιτισμού. Ξεναγούσε τουρίστες η Νίνα και συμμετείχε στις κοινωνικές δράσεις του Βαρωσιού, μελετούσε την ιστορία της πόλης και γενικότερα της Κύπρου. Ήταν μια αστή διανοούμενη της Αμμοχώστου, και αυτό έβγαινε μέσα από τη δουλειά της. Για μένα, που έζησα στην πόλη, αντανακλούσε και το χωρικό περιβάλλον στο οποίο ζούσε. Η Αμμόχωστος ήταν μια πόλη που σου έδινε ερεθίσματα λόγω του κοσμοπολιτισμού της, λόγω της πνευματικής της ανάπτυξης και της ελευθερίας που υπήρχε. Η Νίνα αξιοποίησε όλη αυτή την πνευματική άνθηση του Βαρωσιού προς όφελος δικό της και της πόλης».

Η ΑΓΩΝΙΑ ΤΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΥ ΠΑΜΕ ΣΑΝ ΤΟΠΟΣ

Η έκθεση παρουσιάζει ενότητες από διάφορες περιόδους του έργου της, σε μια προσπάθεια να δοθεί μια πλήρης εικόνα των εκφραστικών της δυνατοτήτων. Ένα από τα έργα που θα δούμε είναι ο ποξιάς για το οποίο σημειώνει ο κ. Τουμαζής: «Ο ποξιάς είναι ένα κουίλτ με διάφορα κομματάκια από παραδοσιακό ύφασμα, στα οποία έγραψε ονόματα ανθρώπων που σημάδεψαν τη ζωή της από την Αμμόχωστο μέχρι την προσφυγιά. Αυτόν τον ποξιά παρουσίασε σε μια από τις πρώτες της εκθέσεις, κάτι που δείχνει πως όχι μόνο πειραματιζόταν αλλά είχε απόλυτη επίγνωση του τι συμβαίνει στην τέχνη σήμερα. Παράλληλα έκανε κεραμικές λάμπες, διακοσμούσε ξενοδοχεία για να επιβιώσει. Δεν έμεινε προσηλωμένη σε ένα είδος, όπως για παράδειγμα οι Κουκκουμάρες οι οποίες είχαν μεγάλη απήχηση. Προχώρησε ελεύθερα, ακόμη και προς το τέλος της ζωής της. Στα έργα της υπήρχε η απελπισία και η αγωνία για το πού πάμε σαν τόπος. Την απασχολούσαν θέματα που προβληματίζουν σήμερα σύγχρονους καλλιτέχνες. Είχε ανησυχίες για την κλιματική κρίση. Δεν έμεινε σε φορμαλιστικές προκαταλήψεις. Έκανε κεραμικά εμπνευσμένα από τη μεσαιωνική κεραμική της Κύπρου. Η κυπριακή Ιστορία είναι μέσα στο έργο της, ωστόσο την αποδομεί και προχωρεί παρακάτω. Οι γλυπτικές μελέτες της φανερώνουν και την εκπαίδευσή της στην Καλών Τεχνών, αποκαλύπτοντας μια στέρεα τεχνική που μας δείχνει το εύρος της δουλειάς της».

Μαρισέλ

Στην Κατερίνα Πατσαλίδου άρεσαν πολύ τα σχέδια της Νίνας Ιακώβου. «Στην έκθεση θα έχουμε μια μικρή έκδοση με σχέδια και σημειώσεις της. Στο αρχείο της βλέπουμε ότι γράφει για τη δουλειά άλλων καλλιτεχνών, καθώς και ποιήματα. Ήταν ένας ανήσυχος άνθρωπος, πολύ δημιουργική και ακούραστη. Από συνεντεύξεις της βλέπουμε ότι την απασχολούσε πολύ το θέμα της πατρίδας, του πολέμου και της απώλειας. Ένα από τα έργα της που ξεχωρίζουν είναι «Τα κλειδιά», σε γλυπτό και σε σχέδιο. Αναφέρεται στα κλειδιά τα οποία πήρε μαζί της η κόρη της Μαρία, όταν έφυγαν από το Βαρώσι, για να τα έχει όταν επιστρέψουν».

Η ίδια η Νίνα Ιακώβου είχε πει σε συνέντευξή της που δημοσιεύθηκε στον «Φ» το 2020: «Το 1994 άρχισα να εκφράζω μέσω του πηλού τις εμπειρίες μου από την τουρκική εισβολή που με βασάνιζαν τόσο καιρό, και τη νοσταλγία της επιστροφής στην Αμμόχωστο. Το πρώτο μου έργο με θέμα την εισβολή ήταν “Η κραυγή”, ένα έργο που αγόρασε η Κρατική Πινακοθήκη. Ακολούθησαν “Η σταματημένη πορεία”, με πρόσφυγες που βλέπουν με νοσταλγία την Αμμόχωστο, “Οι μανάδες των αγνοουμένων”, τις οποίες έβλεπα συχνά στο οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας, “Η νύφη της προσφυγιάς”, ένα γλυπτό πάνω στο οποίο υπάρχουν πολλές κλειδαριές από τα σπίτια των προσφύγων, οι “Διαμαρτυρίες” και η σειρά του “Πολέμου”. Η πρώτη μου ατομική έκθεση έγινε το 2002 στην γκαλερί Γκλόρια, όπου παρουσίασα τα πρώτα έργα από τις “Διαμαρτυρίες”». 

Πρόσφυγες, 2020. Μικτά υλικά. Διαστάσεις μεταβλητές.

Η Ειρήνη Χένκιν επισημαίνει ότι η γλύπτρια χρησιμοποιεί πολλαπλά μέσα και τεχνικές. «Παρακολουθώντας την πορεία της, βλέπεις πώς όσο περνούν τα χρόνια μαθαίνει, το έργο της εξελίσσεται και μπορεί να εκφράσει διαφορετικά τον εσωτερικό της συναισθηματικό κόσμο. Η λύπη γίνεται θυμός και κάτι άλλο. Είναι ωραία αυτή η συνεχής εξέλιξη. Και κάτι που επιδιώκουμε να κάνουμε στην έκθεση, είναι να φέρουμε μαζί τις ίδιες ανησυχίες που εκφράζονται σε διάφορες φάσεις του έργου της. Επίσης, τα πορτρέτα εκ του φυσικού είναι μοναδικά. Δεν φοβόταν να καθίσει με κάποιον, να μιλήσει και να συνδεθεί με τον άνθρωπο που είχε δίπλα της, να τον προσεγγίσει και να περάσει αρκετό χρόνο μαζί του ώστε να κάνει το πορτρέτο του».

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΙ ΣΤΑ ΕΡΓΑ ΤΗΣ

Κάτι άλλο που σχολιάζει ο κ. Τουμαζής είναι ότι η γλύπτρια έχει ορισμένες σταθερές στις τεχνικές της. «Χρησιμοποιεί τον πηλό, το βότσαλο, τα κολάζ, τις κατασκευές. Έχω εντυπωσιαστεί από τις κατασκευές της. Λόγω της προσφυγιάς, χρησιμοποίησε και ευρεθέντα αντικείμενα. Έπαιρνε μια κορνίζα, την αναποδογύριζε και ζωγράφιζε. Επίσης ζωγράφιζε πάνω σε φελιζόλ. Έχει κάνει μοναδικά έργα σε πανί, σε ύφασμα, σε μετάξι. Σύμφωνα με τον Χαμπή τον χαράκτη, χρησιμοποίησε την τεχνική της πηλογραφίας. Όπως οι χαράκτες χαράζουν πάνω σε ξύλο και πέτρα, η Νίνα δημιουργούσε μια πλάκα χαρακτικής από πηλό, κάτι εξαιρετικά πρωτοποριακό σύμφωνα με τον Χαμπή. Με αυτή την τεχνική έκανε και τα μαντίλια της. Βλέπουμε επίσης ότι η γυναίκα παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στο έργο της. Ακόμα και στα κεραμικά επικρατεί η γυναικεία φιγούρα. Είχε δημιουργήσει ένα γλυπτό με την κοπέλα που τη φρόντιζε, τη Μαρισέλ. Δεν την θεωρούσε απλώς ως ένα άτομο στο παρασκήνιο αλλά δούλευαν μαζί, την έμαθε να χειρίζεται τον πηλό και μοιραζόταν μαζί της το έργο της».

Εκτός από τον πόνο και την αγάπη για την πατρίδα της, η έκθεση αναδεικνύει ότι η γλύπτρια δεν έπεσε στην παγίδα του τοπικισμού ή της μισαλλοδοξίας, όπως επισημαίνει η Δήμητρα Ιγνατίου. «Ο πόνος για τον τόπο της έγινε πανανθρώπινος. Όλη αυτή η συμφορά που ήρθε με την εισβολή, την ανησυχεί και εκφράζει το πώς νιώθουν όλες οι μάνες που χάνουν τα παιδιά τους. Την απασχολoύσε ο πόλεμος το Αφρίν, στην Παλαιστίνη, στην Ουκρανία, τα γράφει στα σημειώματα και στα έργα της. Είχε την έγνοια όλων όσων έζησαν τον πόλεμο και την απώλεια».

Λάρνακα, Μουσείο Πιερίδη. Η έκθεση «Νίνα Ιακώβου: μάτια να βλέπουν και χέρια να αγγίζουν» εγκαινιάζεται την Πέμπτη 7 Μαΐου 2026 στις 7:30 μ.μ. Μέχρι 6 Μαΐου 2027.

Ελεύθερα 3.5.2026