Εταιρείες οι οποίες αυτοχρίζονται «διαχειριστικές επιτροπές» φέρονται να «κόβουν και να ράβουν» εισπράττοντας κοινόχρηστα, κυρίως σε μεγάλα συγκροτήματα διαμερισμάτων ή και οικιών, χωρίς να δίνουν λόγο σε κανέναν. Μάλιστα, όπως ισχυρίζονται ιδιοκτήτες οι οποίοι αγόρασαν διαμερίσματα ή και οικιστικές μονάδες σε διάφορα κυρίως τουριστικά χωριά, τα κοινόχρηστα κυμαίνονται μεταξύ €1.000-€1.400, αναλόγως του εμβαδού της μονάδας που απέκτησαν, χωρίς να τους παρέχονται και οι ανάλογες υπηρεσίες.
Όπως μας ελέχθη, υπάρχουν συγκροτήματα άνω των 100 μονάδων, οπόταν μία εταιρεία μπορεί να εισπράττει κάθε χρόνο μεταξύ €100.000-€140.000, μόνο από ένα συγκρότημα, εργοδοτώντας έναν υπάλληλο και αναθέτοντας «κουτσοδούλεια» (μερεμέτια) όπου αυτό κριθεί απαραίτητο. Ιδιοκτήτες διερωτώνται κατά πόσον τα ποσά που εισπράττονται δηλώνονται στο κράτος ή αν ελέγχονται, για παράδειγμα, από το Τμήμα Κτηματολογίου, το οποίο με βάση την υφιστάμενη νομοθεσία έχει την ευθύνη για τις διαχειριστικές επιτροπές. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί, πως αλλοδαποί αγοραστές προσέγγισαν Κύπριους οι οποίοι απέκτησαν στέγη σε κάποια από τα συγκροτήματα εγείροντας θέμα για αυξημένα κοινόχρηστα.
Σύμφωνα με όσα ενημερωθήκαμε, οι εταιρείες αυτές, είτε ανήκουν στους κατασκευαστές των συγκροτημάτων είτε λειτουργούν με τις ευλογίες τους, με κάποιας μορφής συνεργασία, με αμοιβαίο όφελος. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τη διαχείριση αναλαμβάνει η εταιρεία που κατασκεύασε το συγκρότημα, ο αγοραστής της κάθε μονάδας καλείται και υπογράφει έγγραφο με τον οποίο αναθέτει τον ρόλο του διαχειριστή στην εν λόγω εταιρεία.
Το ίδιο εκτιμάται ότι θα συμβεί με ουρανοξύστες, οπόταν συμφέρει σε κάποιους να μην λειτουργήσουν κανονικά διαχειριστικές επιτροπές στο πλαίσιο νέας νομοθετικής ρύθμισης. Εξάλλου, όπως μας έχει υποδειχθεί, νομοθεσία υπάρχει και σήμερα αλλά παρ’ όλα αυτά, δρα εξωθεσμικά μια άλλη αγορά με ανεξέλεγκτους κανονισμούς εις βάρος των ιδιοκτητών.
Αγοραστές υποδεικνύουν ότι επιβάλλεται να εξευρεθεί τρόπος να κηρυχθούν παράνομες οι συγκεκριμένες επιτροπές, οι οποίες δεν είναι διαχειριστικές υπό την έννοια της νομοθεσίας, με δεδομένο ότι δεν τους διορίζει το Κτηματολόγιο ούτε και εκλέγονται από τους ιδιοκτήτες.
Στις μονάδες αυτές «παραλαμβάνει» τους ιδιοκτήτες άνθρωπος της κατασκευάστριας εταιρείας, με άλλο «καπέλο», για να μην φαίνεται ότι όντως ανήκει στην κατασκευάστρια εταιρεία και ο αγοραστής έχει να κάνει με την εταιρεία σε ό,τι σχετίζεται με το συγκρότημα.
Βεβαίως, οι εταιρείες αυτές δεν έχουν σχέση με εταιρείες στις οποίες ανατίθεται από τους ιδιοκτήτες το έργο του συντονισμού σε πολλές πολυκατοικίες και ασκούν ρόλο διαχειριστικής επιτροπής.
Εκπρόσωπος αγοραστών, ο οποίος επικοινώνησε μαζί μας, υπεστήριξε, πως ένας λόγος για τον οποίο δημιουργούνται προσκόμματα κατά τη συζήτηση νομοσχεδίου το οποίο κατέθεσε η κυβέρνηση και εκκρεμεί ενώπιον της Βουλής, αφορά και τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα που επηρεάζονται από τυχόν έγκριση της νομοθεσίας, της οποίας η εφαρμογή θα αφαιρέσει την πίτα από εταιρείες διαχείρισης ακινήτων.
Το θέμα των κοινόκτητων οικοδομών και ειδικότερα των διαχειριστικών επιτροπών επανήλθε στο προσκήνιο ύστερα από την κατάρρευση πολυκατοικίας στη Λεμεσό που είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο δύο ανθρώπων.
«Σημαντικές καθυστερήσεις επιτείνουν το πρόβλημα» παραδέχεται ο υπουργός Εσωτερικών
Με αφορμή το πιο πάνω συμβάν, ο υπουργός Εσωτερικών κ. Κωνσταντίνος Ιωάννου παρενέβη με άρθρο του, μέσω του οποίου υποδεικνύει αυτό που όλοι αναγνωρίζουν. Ότι δηλαδή, «το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο δεν παρέχει τα απαραίτητα εργαλεία για την αποτελεσματική διαχείριση των κοινόκτητων οικοδομών, ούτε προβλέπει επαρκείς μηχανισμούς εποπτείας και επιβολής». Ο υπουργός προσέθεσε στο άρθρο του, πως «σε μια χώρα, όπου σχεδόν ο μισός πληθυσμός διαμένει σε κοινόκτητες οικοδομές, ο εκσυγχρονισμός και η ενίσχυση του πλαισίου λειτουργίας τους αποτελεί επιτακτική ανάγκη, ώστε να διασφαλίζεται η προστασία των πολιτών».
Ο κ. Ιωάννου υπέδειξε επίσης, πως: «Οι συνέπειες είναι πλέον εμφανείς στην καθημερινότητα, επηρεάζοντας χιλιάδες συμπολίτες μας που διαμένουν σε πολυκατοικίες. Προστριβές μεταξύ ενοίκων, μη καταβολή κοινοχρήστων, αδυναμία αποτελεσματικής εφαρμογής της υφιστάμενης νομοθεσίας και απροθυμία για συντήρηση των κτηρίων, οδηγούν αναπόφευκτα σε ανεπαρκή συντήρηση των οικοδομών και, κατ’ επέκταση, στη δημιουργία επικίνδυνων και ακατάλληλων συνθηκών διαβίωσης, με άμεσες επιπτώσεις στην ασφάλεια των ενοίκων».
Ο υπουργός υπέδειξε επίσης, πως «αναγνωρίζοντας τη σοβαρότητα και τη διαχρονικότητα του προβλήματος, κατατέθηκε ήδη από τον Αύγουστο του 2023 ένα ολοκληρωμένο νομοσχέδιο, με στόχο να τερματιστεί η υφιστάμενη αταξία στη διαχείριση των κοινόκτητων κτηρίων και να δημιουργηθεί ένα σύγχρονο, λειτουργικό και δίκαιο πλαίσιο».
Εξηγούσε δε ότι: Μεταξύ άλλων, το νομοσχέδιο προβλέπει τον σαφή καθορισμό των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων τόσο των ιδιοκτητών όσο και των ενοίκων, ώστε να περιοριστούν οι προστριβές και οι αδιέξοδες διαφορές. Παράλληλα, εισάγεται η υποχρέωση δημιουργίας Πάγιου Ταμείου για κάθε κοινόκτητη οικοδομή, διασφαλίζοντας την ύπαρξη αναγκαίων πόρων για ελέγχους, συντήρηση και επιδιορθώσεις.
Την ίδια ώρα, ενισχύεται ουσιαστικά ο ρόλος των διαχειριστικών επιτροπών, παρέχοντάς τους συγκεκριμένες αρμοδιότητες, όπως η διαχείριση του Πάγιου Ταμείου και η έκδοση βεβαίωσης μη οφειλής κοινοχρήστων, η οποία θα αποτελεί προϋπόθεση για την πώληση ή τη μεταβίβαση της οικιστικής μονάδας. Επιπλέον, εισάγεται πρόνοια για υποχρεωτική ασφάλιση τόσο των κτηρίων όσο και των επιμέρους μονάδων, ενισχύοντας την προστασία της περιουσίας και την ασφάλεια των πολιτών.
Παράλληλα, με το προτεινόμενο νομοσχέδιο θεσμοθετείται ένα σύγχρονο σύστημα εποπτείας, μέσω της καταγραφής των κοινόκτητων οικοδομών και της λειτουργίας μηχανισμών ελέγχου και διαφάνειας, υπό την ευθύνη των Επαρχιακών Οργανισμών Αυτοδιοίκησης.
Όπως σημείωσε ο κ. Ιωάννου «παρά τις προσπάθειες που καταβάλλονται από το 2023, η συζήτηση επί του νομοσχεδίου παρουσιάζει σημαντικές καθυστερήσεις, οι οποίες επιτείνουν το πρόβλημα και έχουν άμεσες επιπτώσεις στο ζήτημα των επικίνδυνων οικοδομών».
Πάντως, οι ΕΟΑ, οι οποίοι επιφορτίστηκαν με τη διαχείριση των κοινόκτητων οικοδομών, υποδεικνύουν πως υπάρχει νομοθεσία για τις κοινόκτητες οικοδομές και τονίζουν πως το Υπουργείο οφείλει να την εφαρμόσει, μέσω του Κτηματολογίου. Οι ΕΟΑ υποδεικνύουν, επίσης, ότι η μη εφαρμογή της νομοθεσίας αύξησε τον αριθμό των επικίνδυνων οικοδομών.