Πριν δέκα χρόνια, ταξίδεψα για πρώτη φορά στη Σουηδία. Η παραμονή μου μοιράστηκε μεταξύ της Στοκχόλμης και της μικρής πόλης Λίνσεπινγκ, στα νότια της σκανδιναβικής χερσονήσου.
Εκεί εκτυλίχθηκε και η ιστορία που θα σας διηγηθώ.
Βρισκόμουν εκεί με την κοινοπραξία ενός ευρωπαϊκού έργου. Είχα γίνει αυτοκόλλητος με έναν Σικελό ψυχολόγο, τον Μαρτίνο. Μια ωραία προσωπικότητα, από αυτούς τους διαβασμένους Ιταλούς που στα μπενινικά τους πειράγματα ακούς την ηχώ του Ντάριο Φο, του Ροντάρι, του Έκο.
Μετά τη δουλειά, οι δυο μας αφήσαμε του «άριους» της ομάδας και ροβολήσαμε για μπύρες. Σαββατόβραδο και τα μπαρ της μικρής πόλης ήταν γεμάτα. Θα ήταν ένα κανονικό βορειοευρωπαϊκό σαββατόβραδο αν δεν είχαν προηγηθεί τρομοκρατικά χτυπήματα σε όλη την Ευρώπη. Η Σουηδία έμοιαζε να περιμένει τη σειρά της.
Οι είσοδοι των μπαρ φυλάσσονταν από ένοπλους σεκιούριτι – πρωτοφανές θέαμα για μένα. Μπαίνουμε στο πρώτο μπαρ υπό το βλέμμα του φρουρού, ήδη με μια πίεση να σχηματίζεται στο στέρνο και τους κροτάφους μας. Ψάχνουμε άδικα για τραπέζι καθώς εκατό ξανθά κεφάλια στρέφονται με ένταση προς εμάς.
Βγαίνουμε από το μπαρ και κατευθυνόμαστε στο ακριβώς απέναντι. Ανοίγω την πόρτα και, εκείνη τη στιγμή, νιώθω κάτι να με σηκώνει και τα πόδια μου να αιωρούνται. Ο φρουρός ουρλιάζει στα σουηδικά μες στα μούτρα μου ακουμπώντας το χέρι του πάνω στο όπλο που περίμενε στο γοφό του.
Έχω παγώσει. Παρότι κατάλαβα ότι ήθελε να ανοίξω την τσάντα μου, τα χέρια μου δεν υπακούν ενώ κόσμος απ’ έξω και από μέσα μάς κοιτά. Ο φρουρός ελέγχει την τσάντα μου και ο γενικός διακόπτης της έντασης λες και πέφτει γι’ αυτόν. Εγώ όμως δεν θα ξαναβγώ από το ξενοδοχείο μου μέχρι το επόμενο μεσημέρι.
Μέχρι εκείνο το βράδυ, θεωρούσα ότι ήξερα τι είναι ο ρατσισμός. Επειδή οι γονείς μου δούλευαν πολύ, εγώ και ο αδερφός μου περάσαμε το δημοτικό με την οικογένεια της Αλβανίδας κυρίας που μας πρόσεχε.
Έχω ορμήξει σε δημοτικούς αστυνομικούς στα Προπύλαια, στην Αθήνα, που κλωτσούσαν με μένος και ρατσιστικές βρισιές την ευτελή πραμάτεια Αφρικανών μικροπωλητών.
Το θέμα με έκαιγε από μικρό τόσο πολύ που κατά την ανάνηψη από μια εγχείρηση αφαίρεσης αμυγδαλών, μέσα στη θολούρα της νάρκωσης, σύμφωνα με τον πατέρα μου, φώναζα «οι Αφγανοί γιατί να μην μπορούν να βγάλουν κι αυτοί τις αμυγδαλές τους δωρεάν;».
Κι όμως. Μπορεί να ήξερα τι είναι ο ρατσισμός αλλά δεν τον είχα βιώσει. Μετά το περιστατικό, σκεφτόμουν πώς νιώθει ένας άνθρωπος που ζει καθημερινά, δέκα, είκοσι φορές τη μέρα, αυτή την ταπείνωση που έζησα εγώ. Πόσο μάλλον ένα παιδί που μεγαλώνει έτσι. Πως να μην τείνει ευήκοον ους στις φωνές του μίσους που υπόσχονται δικαίωση; Πώς να μην ξεσπάσει;
Ξέρω τι σκεφτήκατε: «ένας Έλληνας κι ένας Ιταλός, μαυροτσούκαλοι, μουσάτοι και αραβότροποι, τι περιμένατε Σαββατόβραδο του 2016 σε μια επαρχιακή σουηδική πόλη;». Κι εγώ αυτό θα σκεφτόμουν. Δεν θα μείνω στην επιφάνεια του victim blaming.
Θα σας πω ότι σύμφωνα με τον πρώην διεθνή Γάλλο ποδοσφαιριστή και νυν επίτιμο διδάκτορα φιλοσοφίας Λιλιάν Τυράμ, μια τέτοια αντίδραση είναι η πρώτη τακτική αποφυγής αυτού που ο ίδιος αποκαλεί «Λευκή Σκέψη» και την οποία αναλύει στο ομώνυμο βιβλίο του που κυκλοφορεί από τις εξαιρετικές εκδόσεις «Αντίποδες».
«Λευκός δεν γεννιέσαι, γίνεσαι» μας υπενθυμίζει ο Τυράμ μέσα από την οξυδερκή εξιστόρηση της γέννησης της λευκής ιδιότητας. Γιατί τα προνόμια που αποθέτει ο ρατσισμός στα πόδια του του λευκού – ή του «λιγότερο» σκουρόχρωμου – δεν αποτελούν φυσικό νόμο αλλά αποτέλεσμα ιεραρχίας και καταπίεσης.
Λοιπόν, εκείνο το βράδυ στη Σουηδία ένιωσα τη λευκότητά μου που θεωρούσα δεδομένη να με εγκαταλείπει. Στα μάτια εκείνου του δίμετρου νταή, λόγω της όλης μου αποκλίνουσας τοποθέτησης στον χώρο της λευκής του επικράτειας, ήμουν ένας «μη λευκός».
Επιμύθιο. Πριν κάποιο καιρό βρέθηκα στην παρουσίαση ενός βιβλίου όπου μίλησε και ένας ορθόδοξος… μουλάς καλώντας, στο κλείσιμο του κηρύγματός του, την θεία πρόνοια να προστατεύσει κατά λέξη «εμάς τους λευκούς».
Μου θύμισε εκείνη την ανώτατη κάστα των Σομαλών που αυτοαποκαλούνται «οι λευκοί άνθρωποι» γιατί δεν είναι τόσο μαύροι όσο οι άλλοι συμπατριώτες τους.
Ελεύθερα, 03.05.2026