Πάντα με ενδιαφέρει το πώς γίνεται ένα έργο που έθαψαν οι κριτικοί όταν κυκλοφόρησε να επανεκτιμάται θετικά μερικά χρόνια αργότερα. Η ερμηνεία τέτοιων φαινομένων μπορεί να καταδείξει με συγκεκριμένα παραδείγματα την αλλαγή των κυρίαρχων κοινωνικών αντιλήψεων, όπως επίσης και των ιδεών περί υψηλής και χαμηλής κουλτούρας.

Στη μουσική, η αγαπημένη μου περίπτωση αφορά την πρόσληψη του πρώτου δίσκου της Sade, ο οποίος είχε κατακρεουργηθεί ως αντανάκλαση της γυαλιστερής επιφάνειας της θατσερικής Αγγλίας, μόνο για να θεωρείται σήμερα η επιτομή του χρυσού κανόνα της smooth jazz-pop. Επρόκειτο για μια επιβολή του επίκαιρου πολιτικού κριτηρίου πάνω στο αισθητικό.

Η πιο άγρια όμως μεταβολή αξίας στο κριτικό χρηματιστήριο των τελευταίων δεκαετιών αφορά την ταινία «Showgirls» του Πολ Βερχόφεν, σε σενάριο Τζο Εστερχάζ (Basic Instict), με πρωταγωνίστρια την Ελίζαμπεθ Μπέρκλεϊ στον ρόλο της Νόμι. Από τα επτά βραβεία Βατόμουρου, ανάμεσα στα οποία αυτά της χειρότερης ταινίας και χειρότερης ηθοποιού, την εισπρακτική αποτυχία στις αίθουσες με έσοδα χαμηλότερα του κόστους, τον διαγωνισμό ανάμεσα στους κριτικούς για το ποιος θα γελοιοποιήσει πιο αλύπητα την υποκριτική της Μπέρκλεϊ, φτάσαμε, εν έτει 2026, το Showgirls να μπαίνει πολύ ψηλά σε όλες τις λίστες κατάταξης της φιλμογραφίας του Βερχόφεν, να είναι, ως cult classic, πρώτο σε ζήτηση για μεταμεσονύκτιες camp προβολές (συχνά με παρουσία της ίδιας της πρωταγωνίστριας), να είναι από τις πιο προσοδοφόρες ποτέ κυκλοφορίες σε video (εκατό εκατομμύρια δολάρια μόνο από ενοικιάσεις), και βέβαια να έχουν γραφτεί αμέτρητα κείμενα, από αναρτήσεις μέχρι διδακτορικά (όπως επίσης και ντοκιμαντέρ, με καλύτερο το You dont Nomi), σε μια προσπάθεια να εξηγηθούν τα συναισθήματα γοητείας και φρίκης που προκαλεί η παρακολούθηση της ταινίας, και ειδικότερα η ερμηνεία της ηρωίδας.

Ούτε επιθυμώ, ούτε υπάρχει ο χώρος εδώ για να συνοψίσω την τεράστια συζήτηση που έχει αναπτυχθεί επί του θέματος. Με αφορμή τη συμπερίληψη του «Showgirls» στην ενότητα «VHS Nostalgia» που προσφέρει η ελληνική σινεφίλ streaming πλατφόρμα Cinobo (διαθέσιμη και στην Κύπρο), γράφω αυτό το κείμενο αφενός για να σας προτείνω να δείτε το «Showgirl»s και αφετέρου για μοιραστώ μερικές προσωπικές σκέψεις σχετικά τη μυθολογία που περιβάλλει την ταινία από το τόσο κοντινό τόσο μακρινό 1995, μέχρι σήμερα.

Ο Βερχόφεν ήταν ένας προνομιακός outsider, ένας Ολλανδός auteur που είχε περάσει τον Ατλαντικό με κεφάλαιο την ευρωπαϊκή αναγνώριση της τόλμης, της αμεσότητας και της δεξιοτεχνίας του. Στη νέα του επαγγελματική πατρίδα όμως με το τριπλό σοκ Robocop/ Total Recall/ Basic Instinct ήταν σαν να αποδείκνυε αληθινό το αμερικάνικο όνειρο. Ο πραγματικά άξιος που σκίζεται στη δουλειά θα βρει το δρόμο προς την κορυφή, καθώς το σύστημα, παρότι σκληρό, είναι θεμελιωδώς δίκαιο.

Έλα όμως που επανεμφανιζόμενο μοτίβο στο έργο του είναι ότι ο καπιταλισμός καταφέρνει να ενσωματώνει προς όφελός του, σαν καύσιμη ύλη, τις αποκλίνουσες και ανατρεπτικές πολιτιστικές δυνάμεις. Η καταστατική αυτή αντίφαση βρίσκεται στο δημιουργικό κέντρο της ταινίας ως συνολική παραγωγή και της προσδίδει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της.

Πρόκειται για τη θεοσκότεινη σάτιρα μιας κοινωνίας όπου κάθε αξία, ταλέντο, δεξιότητα, ακόμα και η νεότητα η ίδια, μεταφράζονται απόλυτα σε οικονομικές τιμές. Η συνεχής αυτή αναγωγή των πάντων σε χρήμα αποϋλοποιεί τα σώματα, τις εμπειρίες, τις ανθρώπινες σχέσεις. Η αναπαράσταση του κόσμου και οι συμπεριφορές των προσώπων φαίνονται ξέφρενες, ακραίες, υπερβολικές.

Τίποτα δεν μοιάζει ρεαλιστικό, ενώ, ακόμα χειρότερα, τόσα όμορφα σώματα και τόσες έντονες ερωτικές πράξεις δεν προκαλούν κανένα αισθησιασμό. Η ταινία είναι τρομακτικά αντιερωτική, κάτι που -ενώ ήταν μέσα στις προθέσεις του σκηνοθέτη- σκανδάλισε το αντεστραμμένα πουριτανικό κοινό της εποχής. Αν η ταινία πουλούσε «σωστά» το παραμύθι της soft-porn αποπλάνησης, όλοι θα ήταν ευχαριστημένοι.

Δεν είμαι σίγουρος αν έχει νόημα να αναρωτηθούμε αν η ταινία είναι τέλεια έτσι όπως την έχουμε, ή αν θα μπορούσε να είναι καλύτερη στην περίπτωση που ο σκηνοθέτης είχε κρατήσει κάποια απόσταση από την πραγματικότητα που ήθελε να ζωντανέψει. Δέχομαι την ένσταση ότι από μια οπτική γωνιά η ταινία πέφτει η ίδια μέσα στη χυδαιότητα που αποδομεί, με τελικό αποτέλεσμα, αν όχι τη δοξολογία της, την περαιτέρω κανονικοποίησή της (ειδικά σε σχέση με την κινηματογράφηση της σκηνής του βιασμού — μια τραυματική εμπειρία για την ηθοποιό Gina Ravera).  

Στη συνολική όμως εικόνα, τα θετικά στοιχεία ξεπερνάνε τα αρνητικά. Δεν είναι μόνο το αναρχικό χιούμορ, οι άπειρες εικαστικές λεπτομέρειες της κάθε σκηνής, η ευφυής αξιοποίηση των μουσικών επιλογών (Prince, Killing joke, Sisters of Mercy, Siouxsie and the Banshees), το συνεχές αφοπλιστικό ενδιαφέρον που προκαλεί η ταχύτατη και πυκνή δράση (σε αντίθεση με cult ταινίες, όπως το «Rocky Horror Picture Show», ή το «Pink Flamingos», με τις οποίες λανθασμένα συγκρίνεται, καθώς εκείνες δίνουν όλο τον χρόνο στο θεατή να κάνει τον χαβαλέ του με την ησυχία του). Είναι κυρίως η γκροτέσκα ερμηνεία της Ελίζαμπεθ Μπέρκλεϊ, η οποία τότε λοιδορήθηκε σεξιστικά (και από φεμινίστριες κριτικούς) ως ατάλαντη μπίμπο. Με το πέρασμα του χρόνου αποδείχτηκε, και από τους ρόλους της στο θέατρο, ότι είναι μια από τις καλύτερες ηθοποιούς της γενιάς της.

Στο «Showgirls», κατά κατοπινή ομολογία και του Βερχόφεν, έκανε ακριβώς ό,τι της είχε ζητηθεί. Την ώρα όμως που πέφτανε τα πυρά και οι άλλοι έτρεχαν να κρυφτούν (και ο σκηνοθέτης) ήτανε η μόνη που έβγαινε στις συνεντεύξεις προώθησης και υπερασπιζόταν το έργο. Και ήταν η δική της καριέρα που καταστράφηκε ολοσχερώς, με μια δεκαετία στον πάγο, ενώ ο Βερχόφεν επέστρεψε αβρόχοις ποσί με το εξαιρετικά επιτυχημένο, εμπορικά και καλλιτεχνικά, «Starship Troopers» (1997). Σήμερα πια η ικανοποίηση της δικαίωσης είναι καθολικά δική της, τόσο για την προκλητική αξία του έργου, όσο και για τη σφραγίδα της δικής της εμπλοκής.    

Ελεύθερα, 3.5.2026