Στις κυπριακές ταινίες του φετινού Cyprus Film Days είδαμε το κοινωνικό -και όχι ιδιαίτερα κολακευτικό- μας πρόσωπο στον καθρέφτη.   

Καμιά άλλη τέχνη δεν μπορεί να αποτυπώσει την κατάσταση ενός τόπου, τόσο ρεαλιστικά και ολοκληρωμένα, όσο το σινεμά. Αν κάνεις μια βόλτα στα Κινηματογραφικά Φεστιβάλ όλου του κόσμου θα έχεις μια -όσο το δυνατό- πλήρη εικόνα του πλανήτη κατά τη δεδομένη στιγμή. Οι δικές μας Κινηματογραφικές Μέρες, που έχουν πρόσφατα ρίξει την αυλαία τους, δεν αποτελούν εξαίρεση.

Έτσι, μέσα από τις τέσσερις κυπριακές ταινίες του φεστιβάλ («Εκτροπή», «Maricel», «Motherwitch» και «Κράτα με») παρακολουθούμε την άλλοτε παραδοσιακή μας κοινωνία να μετεξελίσσεται. Αυτό που αντικρύζουμε, δεν μας προκαλεί κάποια αισιοδοξία: περιθώριο, μοναξιά,οικονομική δυσχέρεια, ρατσισμός,δυσλειτουργικές οικογένειες, υπαρξιακά αδιέξοδα…

Κώστας: ένας αστυνομικός σε «εκτροπή»

Στην «Εκτροπή» του Μαρίνου Καρτίκκη βλέπουμε ένα «συμπαθή» άντρα της διπλανής πόρτας να μεταμορφώνεται σε κλέφτη χωρίς ηθικές αναστολές. Ο Κώστας είναι χαμηλόμισθος αστυνομικός και τυπικός διαζευγμένος πατέρας που δυσκολεύεται να τα φέρει βόλτα με τη διατροφή του παιδιού και τη φροντίδα της ηλικιωμένης μητέρας. Αυτός ο φαινομενικά καθωσπρέπει μεσήλικας, αναζητεί απεγνωσμένα την αποδοχή του γιου του, ενός μικρού, ταλαντούχου ποδοσφαιριστή.

O Στέλιος Ανδρονίκου στην «Εκτροπή» του Μαρίνου Καρτίκκη.

Προσπαθεί λοιπόν να την εξαγοράσει με ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια, πουλώντας μερικά χρυσαφικά στον ενεχυροδανειστή της γειτονιάς. Η έκπληξη είναι η προέλευση των τιμαλφών: ανήκουν σε νεκρούς οι οποίοι τα φοράνε ακόμη ως φυλακτά, αφού εγκαταλείψουν τον μάταιο τούτο κόσμο. Η κλοπή στο νεκροτομείο θα  σκοντάψει σε τυχαία περιστατικά της ζωής. Ο θάνατος κι ο έρωτας θα συναντηθούν αναπάντεχα και ο Κώστας θα πρέπει να πληρώσει το τίμημα.

Ο σκηνοθέτης εμπνεύστηκε την ιστορία από αληθινό γεγονός, στοιχείο που ενισχύει την κοινωνική κριτική του. Κάποια στιγμή, ένας συνάδελφος αστυνομικός αναρωτιέται τι είναι αυτό που μεταμορφώνει τους ανθρώπους σε εγκληματίες και δολοφόνους. Η ταινία δείχνει να κλείνει στο συμπέρασμα πως το γονίδιο της βίας δυναμιτίζεται από το περιβάλλον. Η έκρηξη θα πραγματοποιηθεί όταν ο ήρωας θα φτάσει στο σημείο βρασμού.

Ίριδα, Μαρισέλ και χαμένες οικογένειες

Ανάλογες κοινωνικές εκτροπές, πλην όχι της ίδιας έντασης, είδαμε και σε δύο άλλα κυπριακά φιλμ: στο πολυβραβευμένο «Hold on to Me» της Μυρσίνης Αριστείδου και στο ευαίσθητο «Maricel» του Ηλία Δημητρίου. Στην πρώτη περίπτωση, ο φακός ζουμάρει στην μικρή Ίριδα και στην ανύπαρκτη -αρχικά- σχέση με τον πατέρα της. Κι εδώ κάποιο μοιραίο τέλος (ο θάνατος του παππού) αποτελεί το έναυσμα για να εκτυλιχθεί η πλοκή. Τα νήματα της ζωής θα φέρουν κοντά πατέρα και κόρη, κάτω από το βλέμμα της άβουλης και αποστασιοποιημένης μητέρας.

Σε αυτή την περίπτωση, η «δυσλειτουργική οικογένεια αλά κυπριακά» δεν επιμένει στο ντόπιο στοιχείο. Μονάχα κάποιες λεπτές πινελιές υπονοούν πως η ιστορία ξετυλίγεται στο νησί μας. Οι χώροι δημιουργούν μια εναλλακτική γεωγραφία στην οποία δεσπόζει ένα εγκαταλελειμμένο ναυπηγείο. Εκεί περιφέρεται ο περιθωριακός-μπαμπάς, απόκληρος της κοινωνίας, πασκίζοντας να ξεπουλήσει τα προϊόντα των μικροκλοπών του. Το μενού της κοινωνικής αποσύνθεσης εμπλουτίζεται με ανεργία, οικονομική ανέχεια και προσωπικά αδιέξοδα.

Η Μαρία Πετρόβα στο «Κράτα με» της Μυρσίνης Αριστείδου.

Η «Μαρισέλ» θα «προσθέσει σε αυτά μια δόση φυλετικού και ηλικιακού ρατσισμού. Μέσα από τη νεοπλουτίστικη οπτική των επιγόνων, η φροντίδα των γονιών (οι βραβευμένοι στο φεστιβάλ, Ντίνος Λύρας και Λένια Σορόκου) θα καταντήσει μπελάς. Η συμπαθέστατη οικιακή βοηθός θα πέσει θύμα των στερεοτύπων, μα θα πάρει την άτυπη ρεβάνς από την -καθόλα υλιστική- νεότερη γενιά «αφεντικών».

Στο τέλος οι γηραιότεροι είναι εκείνοι που έχουν ανοιχτά τα χέρια για να αγκαλιάσουν τον άλλο, τον διαφορετικό. Μήπως οι βοηθοί κι οι φροντιστές από μέρη μακρινά της Ασίας, είναι, τελικά, η πραγματική οικογένεια των περιθωριοποιημένων παππούδων μας;

Η Ζαρ Ντονάτο ενσαρκώνει τη «Μαρισέλ» του Ηλία Δημητρίου.

Η ζωγράφος κι οι καλικάντζαροι

Η ταινία του Ηλία Δημητρίου αφήνει τα ερωτήματα να αιωρούνται, υιοθετώντας μια γλυκόπικρη ειρωνεία και χιούμορ. Αντίθετα, τα πράγματα σκοτεινιάζουν στο τολμηρό «Motherwitch» του Μίνωα Παπά, το οποίο παίζει με τους κανόνες ενός εντελώς διαφορετικού κινηματογραφικού είδους. Σε ένα φιλμ που φλερτάρει με το folk-horror, ο -εγκατεστημένος στο Λος Άντζελες- σκηνοθέτης, θέλει να μιλήσει για τον ρόλο της γυναίκας, αλλά και του καλλιτέχνη στην αγγλοκρατούμενη Κύπρο, πνιγμένη στις δεισιδαιμονίες.

Η Ελένη η ζωγράφος μοιάζει σαν παπαδιαμαντική «Φόνισσα», αλλά από την ανάποδη: το μόνο που θέλει είναι να φέρει πίσω στη ζωή τα αγαπημένα παιδιά της. Στη θέση τους θα ξυπνήσουν οι καλικάντζαροι της λαϊκής μας παράδοσης πριν η Ελένη τους ξορκίσει μεταλαμπαδεύοντας τη φλόγα της δημιουργίας σε ένα μικρό, μαθητευόμενο ζωγράφο.

Η Μαργαρίτα Ζαχαρίου είναι η «Motherwitch» του Μίνωα Παπά.

Στον κόσμο της ταινίας (εν έτει 1882) ο καλλιτέχνης είναι ο αποδιοπομπαίος τράγος, ο εξοστρακισμένος «μάγος» της φυλής. Επιστρέφοντας στο 2026, αναρωτιέμαι ποια είναι η θέση του στη σύγχρονη κυπριακή κοινωνία. Υποψιάζομαι πως βρίσκεται πάλι στο περιθώριο, κάπου ανάμεσα στα μουντά και τα γκρίζα της «προοδευμένης» μας καθημερινότητας.

Αναζητώντας, ίσως, την κόκκινη παπαρούνα που είδαμε και στο «Motherwitch». Για να χρωματίσει εκείνο το κάτι που λέμε «ζωή».

Ελεύθερα, 3.5.2026