Με αφορμή μια επέτειο, ένα παλιό περιστατικό κι’ ένα νέο σύνθημα.

Το 2003 η Καίτη Φασουλιώτου Στεφανίδου έκανε την όγδοη ατομική της έκθεση με τίτλο «Μεταμορφώσεις», στην Γκαλερί Αργώ στη Λευκωσία. Την έκθεση επιμελήθηκε ο αρχιτέκτονας Μιχάλης Βασιλειάδης και αποτέλεσε την εξέλιξη της προηγούμενης δουλειάς της, ενώ το νέο στοιχείο της επικολλημένης στο τελάρο ξύλινης φόρμας προήλθε από την εκ του ξεκινήματος της ζωγραφικής της πορείας ανάγκη να σπάσει τα όρια του τελάρου. Η Κ. Στεφανίδου την αποκάλεσε  «…μια πορεία κατάργησης των εξωτερικών ορίων με στόχο να σου αποκαλυφθεί αυτό που βρίσκεται στον πυρήνα, αυτό που αποτελεί την εσωτερική ύπαρξη, την ουσία» (Καίτη Φασουλιώτου Στεφανίδου, 2008, Εκδόσεις Εν Τύποις).

Ο Glyn Hughes έγραψε για την έκθεση: «Η Καίτη ανήκει στη γενιά των Κυπρίων καλλιτεχνών (μετά τον Διαμαντή, τον Κάνθο και τον Πολ. Γεωργίου) και μετά απ’ αυτήν την έκθεση φαίνεται να τους έχει ξεπεράσει» (The Cyprus Weekly, 21/11/2003). Ένα βράδυ, η Μαρούλα Αντωνιάδου, διευθύντρια της Γκαλερί Αργώ, μας διηγήθηκε ένα περιστατικό που είχε συμβεί την ιδια μέρα. «Το απόγευμα», μας είπε, «είχε έρθει στην γκαλερί κάποιος κύριος. Ειδε τα έργα, είπε ότι του άρεσαν και άρχισε να συζητά μαζί της όταν ξαφνικά, πάνω στην συζήτηση, μαθαίνει το όνομα της ζωγράφου. Σε εκείνο το σημείο αρχίζει έξαλλος να αναφωνεί: “Μα τα έκανε γυναίκα;” και κτυπώντας πίσω του την πόρτα της γκαλερί εξαφανίστηκε. Το περιστατικό μας άφησε άναυδους.»

Γυναίκα- ζωγράφος

Τους επόμενους μήνες το διηγούμασταν σε γνωστούς και φίλους και είχε γίνει κάτι σαν ανέκδοτο. Εγώ επέμενα ότι επρόκειτο για έναν ρατσιστή και εντελώς απαίδευτο στα θέματα της τέχνης και γενικώτερα. Η Κ. Στεφανίδου όμως δεν στεκόταν στο ίδιο το περιστατικό, που την άφηνε εντελώς αδιάφορη, αλλά σε εκείνο που ουσιαστικά κατέθετε στον πυρήνα του, δηλαδή τον ρατσιστικό διαχωρισμό των ζωγράφων – σε ζωγράφους και σε γυναίκες ζωγράφους.

Ο ρατσισμός έχει  πολλές και κρυμμένες μορφές.Οι τελευταίες έχουν κάτι το φαινομενικά ανώδυνο, ένα στοιχείο προπαγάνδας μανιφεσταρισμένο σε φράσεις που έρπουν στο μυαλό μας χωρίς να γίνουν αντιληπτές από τις νοητικές μας άμυνες, γινόμενες έτσι σιγά-σιγά κοινότοπες. Αλλά στο άκουσμα αυτού του διαχωρισμού, η μητέρα μου πάντα έλεγε «δεν το ανέχομαι». Κατέθετε τη φράση λιτά, χωρίς θεατρινισμούς, στέρεα όπως οι γεωμετρικές της φόρμες. Και προσέθετε: «Μαρίνα, πρέπει να γράψεις κάτι γι’ αυτό.»

Όπως εγώ έζησα δίπλα σε ζωγράφους – τον Τάσο Στεφανίδη, την Καίτη Φασουλιώτου-Στεφανίδου και τον Πάνο Στεφανίδη – κι έμαθα να μιλώ τη ζωγραφική τους γλώσσα, έτσι και η μητέρα μου έζησε δίπλα σε ανθρώπους που έγραφαν – στον Πάνο Φασουλιώτη, στον Τάσο Στεφανίδη και αργότερα κοντά σε μένα. Εκτιμούσε τη δύναμη του λόγου, αλλά η ζωγραφική ήταν το μέσο της δικής της έκφρασης. Και αυτή η έκφραση ήταν επαναστατική, γεμάτη ευαισθησία και πολυπλοκότητα – μια πορεία αποκάλυψης αυτού που αποτελεί την ουσία του εσωτερικού και εξωτερικού μας κόσμου, που μας περιέχει και μας ξεπερνά.

Σε όλη της την πορεία, αυτό με το οποίο η Κ. Στεφανίδου απασχολήθηκε ήταν ο (ζωγραφικός) χώρος. Μετά την πρώτη της ατομική έκθεση, όπου παρουσίασε αφηρημένη γεωμετρική, τα δομικά στοιχεία της δεύτερης ατομικής στην Γκαλερί Ζυγός το 1978, ήταν η γυναικεία φιγούρα μέσα σ’ ένα αλλοιωμένο τοπίο. Και τα δύο στοιχεία ήταν προφάσεις για τη μελέτη του χώρου: «…ουσιαστικά δεν έχουν καμία ατομική υπόσταση ή συμβολική διάσταση … Ο (ζωγραφικός) χώρος γίνεται το κεντρικό θέμα. Είτε ως μορφή, είτε ως φόρμα.» (Καίτη Φασουλιώτου Στεφανίδου, 2008, Εκδόσεις Εν Τύποις).

Me too, δεν το ανέχομαι

Η Κύπρος της δεκαετίας του ’60 βρισκόταν πολύ μακριά από τα ευρωπαϊκά κινήματα που η μητέρα μου είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει ζώντας στο Λονδίνο και στο Παρίσι. Μεγάλωσε στο πνευματικό περιβάλλον του σπιτιού του Πάνου και της Τασούλας Φασουλιώτη – η τελευταία, μια εξαιρετικά προοδευτική γυναίκα, την ώθησε να κυνηγήσει τα όνειρά της και να κατακτήσει την οικονομική της ανεξαρτησία ώστε να μην χρειαστεί ποτέ να εξαρτηθεί από ένα σύζυγο. Έτσι, όταν τέλειωσε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, η μητέρα μου πήγε στην Αθήνα όπου τέλειωσε τη Σχολή Καλών Τεχνών και αργότερα έφυγε για το Λονδίνο και το Παρίσι. Αναγκάστηκε να επιστρέψει στη Κύπρο μετά από χρόνια, εξαιτίας ενός προβλήματος υγιείας. Η Κύπρος, εντούτοις, της έδωσε την απομόνωση που χρειαζόταν για να ζωγραφίσει και να δημιουργήσει έργο.

Θυμήθηκα τη θυμωμένη της αντίδραση ως προς τον διαχωρισμό ζωγράφων και γυναικών ζωγράφων, όταν ακούσα τον εμπνευσμένο λόγο της Oprah Winfrey στα Golden Globes τον Ιανουάριο που μας πέρασε. «Me too», είπε η Oprah, κι εγώ θυμήθηκα τη μητέρα μου να λέει «δεν το ανέεχομαι». Αυτόν τον μήνα, πριν από έξι χρόνια, θα μπορούσε και η ίδια να είχε πει, me too. Γιατί η Κ. Στεφανίδου δημιούργησε ως ζωγράφος, όχι ως γυναίκα – ζωγράφος.