Είναι απλοποίηση να πιστεύει κανείς ότι οι «εδραιωμένες» του αντιλήψεις, είναι προϊόν τυχαίας συνεύρεσης με την τρέχουσα ιδεολογία της κοινωνίας.

Ενώ η επιστήμη της γλώσσας αποτελεί έναν ξεχωριστό και στην πραγματικότητα ιδιαίτερα δύσκολο τομέα του επιστητού, εντούτοις, πράγμα που δεν συμβαίνει με άλλες επιστήμες, οι πάντες γλωσσολογούν και αυτό είναι ένα φυσικό αποτέλεσμα αν σκεφτεί κανείς τον παντοδύναμο ρόλο της γλώσσας στην καθημερινότητά μας.

Με τη γλώσσα επικοινωνούμε, αλλά και με τη γλώσσα μάς «κυβερνούν» -κυριολεκτικώς, μας κατέχουν– οι πολιτικοί, οι διαφημιστές, οι κάθε λογής «παράγοντες». Στην Αρχαιότητα η έννοια της «δαιμονικής κατοχής» εξηγούσε εν μέρει τη δύναμη του ποιητή να γράφει ή τη χάρη της προφητείας. Σήμερα, οι μόνοι «προφήτες» είναι όσοι μέσα από τη γλώσσα μπορούν να ετοιμάσουν το μέλλον όπως αυτοί το έχουν σχεδιάσει. Και πλέον δεν χρειάζεται ο «δαίμονας»∙ αρκούν τα εργαστήρια γλώσσας, άτυπα και οργανωμένα –που εκπαιδεύουν δικηγόρους, πολιτικούς, ιερωμένους και διαφημιστές- και άντε το πολύ, ο… δαίμων του τυπογραφείου, που τους μαθαίνει να λένε άλλα και να εννοούν άλλα, να κάνουν πράγματα μέσα από τη γλώσσα. Γιατί, έχει πια αποδειχτεί, η γλώσσα δεν είναι μόνο έπεα πτερόεντα, συνιστά η ίδια δράση και θυμίζει πως το μέσον είναι το μήνυμα, όπως το δίδαξε πρώτος ο Μάρσαλ Μακ Λούαν, ο «προφήτης» των μίντια.

Είναι απλοποίηση να πιστεύει κανείς ότι οι «εδραιωμένες» του αντιλήψεις, είναι προϊόν τυχαίας συνεύρεσης με την τρέχουσα ιδεολογία της κοινωνίας. Όλα αυτά γίνονται, επειδή κάποιοι διαφημιστές γνωρίζουν τις δυνατότητες της γλώσσας απέναντι σε μη υποψιασμένους πολίτες, γνωρίζουν τη δύναμη της επανάληψης, τη χρήση της μεταφοράς, τη συνεκδοχή -άλλα λέμε και άλλα εννοούμε- τη γλωσσική διαφοροποίηση ανάμεσα σε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, που οι ίδιοι ονομάζουν σχεδόν δεικτικά «ομάδες-στόχους» (target groups). Γνωρίζουν πάνω-κάτω για τη γλώσσα ό,τι και ένας πετυχημένος συγγραφέας, ένας μάστορας του λόγου. Με τη διαφορά ότι εδώ η γλώσσα χρησιμοποιείται ως «εμπορικός ακόλουθος» ή, στην πολιτική, ως Σειρήνα.

Όλοι, λοιπόν, έχουν να λένε για τη γλώσσα από τα ανώδυνα και σχεδόν διασκεδαστικά «παιγνίδια» με την ετυμολογία -που ωστόσο συχνά ανάγονται σε μέγιστα θέματα των γλωσσικών συζητήσεων- μέχρι την εξουσιαστική δύναμή της.

Ενώ, έτσι, το πάνδημο ενδιαφέρον για τη γλώσσα έχει θετικό αντίκτυπο στην ανάπτυξη γλωσσικής ευαισθησίας -διαφορετικής και πολύ πιο ουσιαστικής και βαθύτερης, όπως θα κατάλαβε ο πονηρός αναγνώστης, από την ορθοέπεια και την «ορθογραφία»- από την άλλη δημιουργεί κάποιες αγκυλώσεις, που συνδέονται με τις εμμονές μας ως ομιλητών στον τρόπο που θέλουμε να αντιληφθούμε την κοινωνία.

Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, θα πρέπει ο κάθε ομιλητής (γιατί ακριβώς είναι και πολίτης) να εξακολουθεί να «γλωσσολογεί» σε πείσμα των επαγγελματιών, σαν και του λόγου μου, γλωσσολόγων.