Σε λίγες μέρες οι τελειόφοιτοι μαθητές μας θα παρακαθίσουν για άλλη μια φορά στο μάθημα των Νέων Ελληνικών για τις Παγκύπριες Εξετάσεις. Εδώ και πολλά χρόνια ο μέσος όρος δεν ξεπερνά το 8.5 στα 20 και ποικίλες συζητήσεις γίνονται γύρω από το τι φταίει.
Και φέτος (δεν είμαι προφήτης, αλλά γνωρίζω πώς λειτουργούν τα πράγματα) θα ακούσουμε για την αδικία ενδεχομένως να μπει μια άσκηση με λατινικές λέξεις, ενώ τα παιδιά μας δεν διδάσκονται λατινικά, για την κακή ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης, για το ότι μιλάμε «κυπριακά» και αυτό μας δυσκολεύει στον γραπτό λόγο, για το «δύσκολο» ενδεχομένως θέμα για την αξία της ελευθερίας που έφερε σε δύσκολη θέση τους μαθητές ή για την ερώτηση για τον Μόντη σε ένα δυσνόητο ποίημα όπως το «γράμμα στη Μητέρα» και άλλα παρόμοια.
Το πρόβλημα όμως δεν θα είναι στο θέμα, αλλά στον τρόπο που εκπαιδεύσαμε τα παιδιά μας να καταλαβαίνουν το θέμα. Το όποιο θέμα. Τα παιδιά δυσκολεύονται να αποκωδικοποιήσουν τις ερωτήσεις. Δυσκολεύονται να εκφράσουν ακόμα και απλές σκέψεις με έναν υποφερτό, γραπτό λόγο που να έχει συνοχή. Δυσκολεύονται να εκφραστούν γραπτώς ακόμα και για τα πλέον ουσιώδη. Δεν μπορούν να καταλάβουν το νόημα απλών προτάσεων ή λέξεων που έπρεπε να θεωρούνται συνηθισμένες.
Είμαι διορθωτής των Παγκυπρίων Εξετάσεων για χρόνια και ξέρω από πρώτο χέρι. «Ενθουσιάζεται» ο διορθωτής, γιατί πέτυχε ένα γραπτό του οποίου ο συντάκτης μπορεί να διατυπώσει απλές προτάσεις με τρόπο που να βγάζουν (κάποιο) νόημα. Επομένως έχουμε πρόβλημα. Είναι προφανές. Το πρόβλημα είναι γλωσσικό, αλλά στο βάθος είναι κυρίως πρόβλημα σκέψης.
Και δεν είναι μόνο πρόβλημα εγχώριο. Και στην Ελλάδα έχουν τους ίδιους προβληματισμούς, ώστε μερικοί αγωνιώντας να βρουν λύσεις φτάνουν μέχρι και στα όρια της φαιδρότητας. Μήπως να θυμίσω την πρόταση του Τάκη Θεοδωρόπουλου, συγγραφέα, για επιστροφή στην Καθαρεύουσα; Η δυσκολία στην έκφραση υποδηλώνει κυρίως δυσκολία στη σκέψη.
Γιατί όμως δυσκολεύονται οι μαθητές μας να σκεφτούν; Γιατί, ενώ δαπανούμε ως κράτος μεγάλα ποσά στην Παιδεία, υπάρχουν πολλές ώρες διδασκαλίας, πολλά φροντιστήρια, τελικά αυτό δεν αντικατοπτρίζεται στο επίπεδο, ιδιαίτερα το γλωσσικό, των μαθητών μας; Μήπως φταίει η Κυπριακή Διάλεκτος όπως υποστηρίχτηκε παλιά από κάποιους; Μήπως το επίπεδο των μαθημάτων είναι χαμηλό; Άραγε οι εκπαιδευτικοί δεν είναι τόσο καταρτισμένοι όσο θα έπρεπε; Είναι άραγε άχρηστες οι γνώσεις της γραμματικής και του συντακτικού και θα πρέπει να στραφούμε περισσότερο στη χρήση της «πραγματικής» γλώσσας (κατά το μοδάτο «πραγματική» οικονομία); Μήπως φταίει το κακό το ριζικό μας;
Αν όλα αυτά έχουν κάποια σχέση με το πρόβλημα (και τα περισσότερα δεν έχουν καθόλου) σίγουρα δεν απαντούν στο βασικό ερώτημα. Σίγουρα δεν απαντά στο ερώτημα και η γνωστή υστερία των γλωσσαμυντόρων για τη γλώσσα που κινδυνεύει, για τους νέους που μιλούν με 45 λέξεις και άλλα τέτοια κωμικά. Η γλώσσα ουδόλως κινδυνεύει.
Τότε τι φταίει; Τολμώ να πω πως φταίει ο ίδιος ο τρόπος που ζούμε και μαζί και τα παιδιά μας. Όταν έχει θεοποιηθεί το χρήμα, όταν αγωνιούμε να αποδείξουμε μέσω Facebook ότι «περνάμε καλά», όταν έχουν ευτελιστεί οι ανθρώπινες σχέσεις, όταν οι αξίες της καθημερινότητάς μας έχουν σχέση μόνο με τον άρτον και τα θεάματα, γιατί περιμένουμε ότι ο μαθητής θα μπορεί να απαντήσει και στο απλούστερο ερώτημα;
Ποια ανάγκη σπρώχνει τον καθένα από εμάς να δημοσιοποιεί (με φωτογραφικό υλικό) τι έφαγε για πρωινό, πόσο ωραία χαλαρώνει στην παραλία και πόσο υποχρεωτικά ευτυχισμένος είναι; Γιατί όλη η κοινωνία συμπεριφέρεται με τρόπο αδηφάγο, κυκλοφορώντας ψευδείς ειδήσεις (θυμάστε τα τελευταία, τραγικά περιστατικά) και ξεκατινιάζεται από πρωίας μέχρι νυκτός; Γιατί κανείς δεν έχει την τόλμη να μιλήσει για τη δυστυχία του, εκτός κι αν πρόκειται να διεκδικήσει επιδόματα;
Κουραζόμαστε να αποδείξουμε πως ζούμε, ώστε τελικά ξεχνούμε να ζήσουμε. Να ζήσουμε πραγματικά, εννοώ. Να δημιουργήσουμε. Να αντιπαρατεθούμε με τους δαίμονές μας, «με τα πρώτα μαύρα ρίγη», που λέει ο Ελύτης. Αυτά θα απελευθερώσουν και τη γλώσσα μας. Δηλαδή τη σκέψη μας. Και θα μας καταστήσουν περισσότερο ελεύθερους. Ίσως τότε να αρχίσουν και οι μαθητές να γράφουν καλύτερες «εκθέσεις». Αν κάποιοι εξακολουθούν να νομίζουν πως εκεί είναι το πρόβλημα…