Με ποια κριτήρια πρέπει να διαλέγουμε ποιες ξένες γλώσσες να μάθουμε;

Είναι γνωστό το βιβλίο του Ουμπέρτο Έκο «Πώς γίνεται μια διπλωματική εργασία» (Αθήνα, εκδ. Νήσος, 1994). Εκεί, λοιπόν, ο πολυπράγμων καθηγητής (μακαρίτης τώρα) εξηγεί πως αν θα πρέπει να καταπιαστεί κανείς με την ανάλυση ενός θέματος επιβάλλεται να γνωρίζει τη γλώσσα στην οποία τα πρωτότυπα έργα του θέματός του έχουν γραφτεί. Η ακαδημαϊκή χρήση (και αξία) των γλωσσών είναι ένα πράγμα. Και, ασφαλώς, όσοι θέλουν να ακολουθήσουν ακαδημαϊκή καριέρα συχνά θα πρέπει να ξέρουν και δύο και τρεις και τέσσερις ξένες γλώσσες για να μπορούν να γίνονται κοινωνοί της βιβλιογραφίας στον τομέα τους. Όμως, για όλους τους υπόλοιπους (που είναι φυσικά απείρως περισσότεροι) η εκμάθηση ξένων γλωσσών έχει (πρέπει να έχει) πιο χρηστικό χαρακτήρα. Δηλαδή, πρέπει να απαντούν στο ερώτημα «γιατί μαθαίνω μια ξένη γλώσσα;».

Πέρα από τα γνωστά (μολονότι πολύ σημαντικά) ότι «η εκμάθηση ξένων γλωσσών εξασκεί το μυαλό», ότι έτσι «μετέχουμε στον πολιτισμό ενός άλλου λαού», ότι «μπορούμε να συνομιλούμε απευθείας με τους κατοίκους άλλων χωρών στη μητρική τους γλώσσα», το σημαντικότερο είναι να μπορεί αυτή η γλώσσα να μας προσφέρει τα ανάλογα σε σχέση με τον κόπο, το χρόνο και τα έξοδα που καταβάλαμε για να την εκμάθουμε. Εν ολίγοις, να μπορεί να αξιοποιηθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Ασφαλώς, το καλύτερο θα ήταν να μπορούμε να μαθαίνουμε πολλές ξένες γλώσσες, αλλά επειδή αυτό πρακτικά δεν γίνεται θα πρέπει να επιλέγουμε γλώσσες που να μας είναι χρήσιμες και στη συνέχεια. Και τέτοιες γλώσσες είναι για ένα λαό αυτές των γειτόνων του, των χωρών με τις οποίες έχει τις περισσότερες επαφές (εμπορικές, πολιτιστικές κ.ά.).

Η ιεράρχηση αυτή, εφόσον σ’ αυτήν παρεμβαίνει το κράτος μέσω της παιδείας, είναι ό,τι οι γλωσσολόγοι ονομάζουν «γλωσσική πολιτική». Και η γλωσσική πολιτική πρέπει να χαράσσεται χωρίς συναισθηματισμούς ή εμμονές. Δεν πρέπει να είναι λ.χ. κριτήριο αν μια γλώσσα είναι «πολιτισμική», αλλά δεν μας είναι χρήσιμη ή το αντίθετο.

Έτσι, για τον κάθε λαό είναι διαφορετικές οι ανάγκες για την εκμάθηση ξένων γλωσσών και ποιων. Αν εξαιρέσει κανείς την Αγγλική, που έχει τη μεγαλύτερη εμβέλεια ως lingua franca, ως διεθνής γλώσσα επικοινωνίας, πράγμα που καθιστά προφανή την επιλογή της στη χάραξη της όποιας γλωσσικής πολιτικής, προκειμένου για μια δεύτερη ξένη γλώσσα πρέπει να τεθούν σοβαρά ερωτήματα ως προς το κατά πόσον οι επιλογές μας ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας μας.

Βέβαια, ήδη η Ε.Ε. ενθαρρύνει τους πολίτες των κρατών-μελών να μαθαίνουν δύο τουλάχιστον γλώσσες από τις επίσημες των χωρών της Ε.Ε., αλλά μια τέτοια προτροπή είναι μάλλον μια ωραία, αβρή και γενικόλογη οδηγία που αναφέρεται γενικώς στην ανάγκη κατανόησης και σύσφιξης των δεσμών στα πλαίσια της ευρωπαϊκής οικογένειας, παρά μια αυστηρώς επιλεγμένη γλωσσική πολιτική.

Για να οδηγηθούμε όμως στη χάραξη ορθής και εμπεριστατωμένης γλωσσικής πολιτικής θα πρέπει να ξεφύγουμε από παραδοσιακές προκαταλήψεις του παρελθόντος και να δούμε το θέμα στις ορθές του διαστάσεις κι αυτές τις ορίζει μόνο η πραγματικότητα.

Βέβαια, για τη σωστή και γρήγορη εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας διαδραματίζουν ρόλο πολλοί παράγοντες, μεταξύ των οποίων και η ψυχολογική στάση απέναντί της, όμως αυτά τα ζητήματα είναι δευτερεύοντα προκειμένου για τη χάραξη εθνικής γλωσσικής πολιτικής στο θέμα της εκμάθησης ξένων γλωσσών.