Άφησε πίσω του ένα έργο που σημάδεψε τον Μάη του ’68 και επηρέασε γενιές που αναζήτησαν μια ζωή πέρα από τον καταναλωτισμό και την «κοινωνία του θεάματος».
Ο Βέλγος φιλόσοφος και συγγραφέας Ραούλ Βανεγκέμ, ο τελευταίος μεγάλος θεωρητικός της Καταστασιακής Διεθνούς και από τους σημαντικότερους θεωρητικούς της ελευθεριακής σκέψης του 20ού αιώνα, πέθανε την Τρίτη σε ηλικία 92 ετών στο σπίτι του στη Βαρκελώνη. Σύμφωνα με ανθρώπους του περιβάλλοντός του, ο θάνατός του ήταν ήσυχος και οφειλόταν σε φυσικά αίτια.
Μαζί με τον Γκι Ντεμπόρ, υπήρξε η πλέον αναγνωρίσιμη φυσιογνωμία της Καταστασιακής Διεθνούς, του ριζοσπαστικού καλλιτεχνικού και πολιτικού κινήματος που άσκησε δριμεία κριτική στον καπιταλισμό, την αλλοτρίωση της καθημερινής ζωής και την κυριαρχία του εμπορεύματος. Αν ο Ντεμπόρ έδωσε στο κίνημα τη θεωρία της «κοινωνίας του θεάματος», ο Βανεγκέμ έστρεψε το βλέμμα του στην απελευθέρωση της καθημερινής εμπειρίας, της επιθυμίας και της δημιουργικότητας απέναντι στις επιταγές της καταναλωτικής κοινωνίας.
Το σημαντικότερο έργο του, γνωστό στα ελληνικά ως «Η Επανάσταση της καθημερινής ζωής» (ή, στη νεότερη μετάφραση, «Η Εξέγερση της καθημερινής ζωής»), έγινε ένα από τα βιβλία-σύμβολα του Μάη του ’68. Ο πρωτότυπος τίτλος είναι «Πραγματεία για την τέχνη του βίου προς χρήση των νέων γενεών» (Traité de savoir-vivre à l’usage des jeunes générations) και κυκλοφόρησε το 1967.
Για χιλιάδες φοιτητές και νέους της εποχής λειτούργησε ως ένα ιδιότυπο «ευαγγέλιο» της εξέγερσης, καλώντας σε μια ζωή απαλλαγμένη από την υποταγή στην εργασία, την κατανάλωση και τις κοινωνικές συμβάσεις. Το έργο του επηρέασε βαθιά όχι μόνο τα κινήματα της δεκαετίας του 1960, αλλά και μεταγενέστερες γενιές ελευθεριακών, καλλιτεχνών και ακτιβιστών.
Γεννημένος τον Μάιο του 1934 στη Λεσίν της γαλλόφωνης Βαλονίας –τη γενέτειρα και του Ρενέ Μαγκρίτ–, ο Βανεγκέμ μεγάλωσε σε οικογένεια με έντονη σοσιαλιστική και αντικληρικαλική παράδοση. Ο πατέρας του, σιδηροδρομικός υπάλληλος, συμμετείχε ενεργά στην αντίσταση κατά της ναζιστικής κατοχής. Σπούδασε λογοτεχνία και αρχαίες γλώσσες στις Βρυξέλλες και εργάστηκε επί μία δεκαετία ως καθηγητής, πριν η γνωριμία του με τον Γκι Ντεμπόρ στο Παρίσι, το καλοκαίρι του 1961, αλλάξει οριστικά την πορεία της ζωής του.
Αποχώρησε από την Καταστασιακή Διεθνή το 1970, ωστόσο συνέχισε αδιάκοπα να γράφει και να παρεμβαίνει στον δημόσιο διάλογο. Συνολικά δημοσίευσε περίπου 50 βιβλία, πολλά από τα οποία μεταφράστηκαν στα ελληνικά, διατηρώντας έως τα τελευταία χρόνια αμείωτη την κριτική του απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας, θρησκευτικού δογματισμού και οικονομικής κυριαρχίας.

Η σκέψη του δεν περιορίστηκε στην πολιτική θεωρία. Υπερασπίστηκε την ιδέα ότι η πραγματική επανάσταση αρχίζει από την καθημερινή ζωή, από την αναζήτηση της χαράς, της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Σε μια από τις πιο χαρακτηριστικές του φράσεις έγραφε: «Δεν θέλουμε έναν κόσμο όπου η εγγύηση ότι δεν θα πεθάνουμε από την πείνα ανταλλάσσεται με τον κίνδυνο να πεθάνουμε από την πλήξη».
Είπε ακόμη:
- «Η ονειροπόληση ανατρέπει τον κόσμο.»
- «Ό,τι κατέχεις, σε κατέχει κι εκείνο.»
- «Ζούμε τους ρόλους μας καλύτερα απ’ ό,τι ζούμε τις ίδιες μας τις ζωές.»
Τα τελευταία χρόνια μοίραζε τον χρόνο του ανάμεσα στο Βέλγιο, τη Γαλλία και τη Βαρκελώνη, όπου και άφησε την τελευταία του πνοή, κλείνοντας μια ζωή αφιερωμένη στην αμφισβήτηση κάθε μορφής αλλοτρίωσης και στην υπεράσπιση της ελευθερίας ως καθημερινής πράξης.