Άλλο εννοούμε όταν λέμε “μπουντρούμι” και άλλο όταν λέμε “φυλακή”.
Όταν συνομιλούμε με άλλους ανθρώπους ταυτόχρονα συνομολογούμε μια συμφωνία επικοινωνίας· δεσμευόμαστε δηλαδή ότι θα χρησιμοποιήσουμε την κοινή μας γλώσσα με τρόπο ώστε να εκπέμπουμε και να δεχόμαστε γλωσσικά μηνύματα που να μπορούν να αποκωδικοποιηθούν, που να γίνονται δηλαδή κατανοητά στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Απόλυτη επικοινωνία, όπως είναι γνωστό, δεν μπορεί να επιτευχθεί γιατί τα γλωσσικά μηνύματα μεταφέρουν και την ιδιοσυγκρασία του ομιλητή τους, τις συνυποδηλώσεις των νοημάτων.
Ο κάθε ομιλητής διαθέτει μια ιδιόλεκτο, ένα μοναδικό δηλαδή τρόπο να καταλαβαίνει και να εξηγεί τον κόσμο μέσα από τη γλώσσα. Γι’ αυτό μπορούμε να παράγουμε εκατομμύρια προτάσεις και κάθε φορά να είναι διαφορετικές από αντίστοιχες άλλων ομιλητών, ακόμα και αν περιστρέφονται γύρω από το ίδιο θέμα. Από την άλλη, μια λέξη κρύβει πίσω της νοήματα που συνδέονται μαζί της, γιατί έτσι λειτούργησε στην πορεία του χρόνου. Νοήματα που είναι διαφορετικά σε κάθε γλώσσα και πάλι για τις ίδιες λέξεις, αλλά ακόμα και στην ίδια γλώσσα.
Έτσι, αλλιώς καταλαβαίνει τη “μοναξιά” ο Γερμανός (τη θεωρεί ευχάριστη) κι αλλιώς ο Αμερικανός (τη συνδέει με τη μελαγχολία) – αναφέρομαι εδώ στο γνωστό πείραμα του ψυχολόγου Hofstatter. Αλλά και στα Ελληνικά άλλο εννοούμε όταν λέμε “μπουντρούμι” (αρνητικές συνυποδηλώσεις) και άλλο όταν λέμε “φυλακή”. Ακόμα παραπάνω υπάρχουν οι ουδέτεροι “κρατικοί” -τουλάχιστον στην Ελλάδα- όροι “σωφρονιστικό κατάστημα”.
Πέρα όμως από αυτές τις συμβάσεις, όταν συνομιλούμε αξιολογούμε ταυτόχρονα και το επίπεδο ομιλίας των άλλων ανθρώπων, το μορφωτικό τους επίπεδο, εφαρμόζοντας την κοινή αντίληψη ότι «όσο πιο μορφωμένος είναι κανείς τόσο αυξάνεται η ικανότητά του να χειρίζεται τη γλώσσα». Έτσι, κατηγοριοποιούμε ως «αμόρφωτους» όσους δεν έχουν στρωτή γλώσσα, δεν έχουν πλούσιο λεξιλόγιο, χρησιμοποιούν πολλούς διαλεκτικούς τύπους κ.ο.κ.
Τίθεται, όμως, το ερώτημα για ποια γλώσσα μιλάμε· στις περιπτώσεις αυτές ως γλώσσα κύρους εννοείται η λεγόμενη «κοινή» ή επίσημη γλώσσα. Έτσι, η γλωσσική διαφοροποίηση στην αντίληψη των μελών της γλωσσικής κοινότητας καταγράφεται πάντα σε σχέση με μια αξιολόγηση. Μια γλωσσική ποικιλία όπως είναι και η επίσημη γλώσσα (πλάι στις άλλες κοινωνικές ή γεωγραφικές διαλέκτους) εκλαμβάνεται ως ανώτερη από τις άλλες, χωρίς πραγματική δικαιολογία, εκτός από το γεγονός ότι χαίρει του κύρους της «επισημότητάς» της και αξιώνεται να γίνει εργαλείο της εκπαίδευσης, της λογοτεχνίας κ.λπ.
Στα πλαίσια της «υποτίμησης» των άλλων, πλην της επίσημης γλώσσας, διαλέκτων ο Basil Bernstein ανέπτυξε τη θεωρία της γλωσσικής ανεπάρκειας, με τη λογική ότι υπάρχουν κατώτερες (μη επαρκείς για έκφραση, προφορική και γραπτή) και ανώτερες (καλλιεργημένες) γλώσσες.
Νεότεροι κοινωνιογλωσσολόγοι, όμως, όπως ο Labov απέδειξαν πως δεν μπορούν να στοιχειοθετηθούν επιστημονικά τέτοιες αντιλήψεις και πως δεν πρόκειται για ανεπάρκεια, αλλά για διαφορά. Η έννοια του διαφορετικού σε αντιδιαστολή με την «κατώτερη» ομιλία αφορά όχι μόνο τη σχέση μεταξύ ποικιλιών της γλώσσας, αλλά και τη διαφοροποίηση σε φύλα (ιδιαίτερα συζητείται ο σεξισμός στη γλώσσα), ηλικίες, έθνη κ.λπ.
Βέβαια, η ανάγκη να καταρριφθεί η θεωρία του Bernstein οδήγησε σε ακρότητες την τάση να αποδειχθεί ότι δεν υπάρχουν «ανώτερες» και «κατώτερες» γλώσσες, ώστε αξιολογούνται με την εφαρμογή των ίδιων κριτηρίων (ας πούμε η καταλληλότητα για ακαδημαϊκή χρήση) μια ευρωπαϊκή γλώσσα, δουλεμένη για εκατοντάδες ή χιλιάδες χρόνια προς αυτό τον σκοπό με μια διάλεκτο της Νέας Γουινέας. Μια τέτοια διάλεκτος, βέβαια, αποδεικνύεται πως μπορεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες επικοινωνίας των ομιλητών της σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι, ας πούμε, τα Γαλλικά. Για παράδειγμα, στη διάλεκτο των Εσκιμώων βρίσκουμε εννιά λέξεις που αναφέρονται στις διάφορες αποχρώσεις του χιονιού. Από την άλλη, οι θεωρούμενες ως πολιτισμικές γλώσσες, όπως είναι και η δική μας, η Ελληνική μπορούν να πραγματώνουν με επιτυχία άλλους σκοπούς, που μας αφορούν περισσότερο.