Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Ο διακεκριμένος Λιβανέζος χορογράφος θεωρεί ότι είναι ευθύνη όλων μας να αντιστεκόμαστε σε κάθε μορφή αδικίας

Συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους εκπροσώπους της σύγχρονης λιβανέζικης σκηνής, με μια δουλειά που κινείται στα όρια του χορού, του θεάτρου, της μουσικής και της ζωντανής αφήγησης. Στα έργα του οι προσωπικές ιστορίες συναντούν τις μεγάλες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες που τις διαμορφώνουν, ενώ πιστεύει ότι κάθε σώμα κουβαλά τη δική του ιστορία. Ο Αλί Σαρούρ (Ali Chahrour) απορρίπτει την ιδέα ότι η τέχνη του αφορά τον πόνο και την οδύνη. Τον ενδιαφέρουν εξίσου η ζωή, η χαρά και κυρίως η δυνατότητα των ανθρώπων να πάρουν πίσω τη φωνή, το σώμα και την αφήγησή τους. Έχοντας συστηθεί στο κυπριακό κοινό τον Ιούνιο του 2025 με το έργο «The Love Behind My Eyes» στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Σύγχρονου Χορού, επιστρέφει στο νησί για να προτείνει τη φορά αυτή στο Διεθνές Φεστιβάλ Λευκωσίας το πολυσυζητημένο έργο του «When I Saw the Sea», που μεταξύ άλλων παρουσιάστηκε στην Αβινιόν. Φέρνει στη σκηνή ιστορίες μεταναστριών οικιακών εργαζομένων στον πολύ κοντινό μας Λίβανο, που εν μέσω πολέμου βρέθηκαν αποκλεισμένες από τα κρατικά καταφύγια. Η συζήτηση οδηγείται σε ευρύτερα ζητήματα, όπως τον ρατσισμό, τον πόλεμο και την έννοια του ανήκειν, καθώς ο ίδιος υπερασπίζεται μια τέχνη που, μέσα στη φρίκη της εποχής, επιμένει να διασώζει την ανθρωπιά.

Γιατί η θάλασσα; Τι σημαίνει τελικά ο ορίζοντας για έναν άνθρωπο που δεν είναι ελεύθερος; Πέρα από την ποιητική εικόνα ενός ανθρώπου που αντικρίζει για πρώτη φορά τη θάλασσα, μαζί με όλα όσα αυτή κουβαλά- την ελευθερία, τον ορίζοντα, την επιθυμία, αλλά και την οργή- εδώ μιλάμε για τη Μεσόγειο. Μια θάλασσα που τρέφεται από τα σώματα των μεταναστών που ξεκινούν αναζητώντας μια άλλη ζωή, ξεφεύγοντας από τον πόλεμο και τον θάνατο, κουβαλώντας το εύθραυστο όνειρο ενός καλύτερου μέλλοντος, μόνο και μόνο για να χαθούν στα βάθη της. Για έναν προορισμό που δεν γνωρίζουν αν θα φτάσουν, ούτε τι τους περιμένει στην άλλη πλευρά του ορίζοντα, καθώς αναζητούν ένα νέο «ασφαλές» σπίτι. Και είναι η ίδια θάλασσα που βρέχει την ακτή της Βηρυτού, μιας πόλης που ζει δίπλα της, αλλά ταυτόχρονα παραμένει, κατά κάποιον τρόπο, αποκομμένη απ’ αυτήν. Οι μετανάστριες οικιακές εργαζόμενες είναι κλεισμένες μέσα στα σπίτια, ανήμπορες να αντικρίσουν αυτό το απέραντο γαλάζιο που βρίσκεται ακριβώς έξω από τα παράθυρά τους. Είναι η θάλασσα μιας πόλης σε διαρκή κατάρρευση, μιας πόλης που έχει σημαδευτεί ξανά και ξανά από τον πόλεμο. Κι όμως, μέσα σε όλα αυτά, μια γυναίκα βλέπει για πρώτη φορά τη θάλασσα και χαμογελά. Ίσως αυτή να είναι η πιο δυνατή εικόνα: ότι ακόμη και δίπλα σε μια θάλασσα που κουβαλά τόσο θάνατο, εξορία και πένθος, ο ορίζοντας μπορεί ακόμη να χαρίσει μια στιγμή θαυμασμού.

Πού τελειώνει η πραγματικότητα και πού αρχίζει η τέχνη σε μια παράσταση βασισμένη σε πραγματικές ζωές; Με ενδιαφέρουν βαθιά οι ιστορίες των ανθρώπων, η παρουσία τους και η ποιότητα της κίνησής τους, η δύναμη και η ευαλωτότητά τους, οι αποτυχίες και οι νίκες τους, καθώς και η σχέση τους με τις σύνθετες κοινωνίες από τις οποίες προέρχονται. Δεν θεωρώ ότι η δουλειά μου αφορά μόνο τον πόνο και την οδύνη. Αυτό είναι συχνά ένα στερεότυπο που προβάλλεται από μια δυτική οπτική σε οτιδήποτε προέρχεται από τον Λίβανο ή τη Μέση Ανατολή. Για μένα, το έργο αφορά πολύ περισσότερο τον εορτασμό της ζωής, την αντίσταση και τη δύναμη των πραγματικών ανθρώπων που φέρνουν τις δικές τους ιστορίες στη σκηνή.

Πότε κατά τη γνώμη σας η τέχνη δικαιούται να μετατρέψει τον πόνο σε αισθητικό αντικείμενο και να κάνει την οδύνη εικόνα; Το σίγουρο είναι πως οι ιστορίες που ακούγονται στη σκηνή είναι έντονες και, σε κάποιες στιγμές, επώδυνες. Όμως οι γυναίκες αυτές έχουν μετατρέψει τις οδυνηρές εμπειρίες τους σε νίκες. Δεν είναι πλέον θύματα των ιστοριών τους· έχουν γίνει ακτιβίστριες, πρωταγωνίστριες των δικών τους αφηγήσεων. Δεν βρίσκονται στη σκηνή ζητώντας τη συμπόνια οποιουδήποτε. Είναι εκεί για να διεκδικήσουν ξανά τη φωνή, το σώμα και τη δύναμή τους και για να μετατρέψουν αυτό που κάποτε ήταν πηγή πόνου σε δύναμη δράσης και αντίστασης. Κι αυτό είναι κάτι που με εμπνέει βαθιά στην τέχνη. Υπό αυτή την έννοια, η δημιουργία δεν έχει να κάνει με τη μετατροπή του πόνου σε αισθητική ή της οδύνης σε εικόνα. Πηγάζει από μια βαθιά ανάγκη να υπάρξεις, να μιλήσεις και να δημιουργήσεις νέους ορισμούς της ομορφιάς, πέρα από κατηγορίες, κρίσεις και στερεότυπα.

«Δεν φοβάμαι την αμεσότητα της αφήγησης, όπως ακριβώς δεν παύω να έλκομαι από την αφαίρεση της κίνησης και του ήχου». © Lea Skayem

Σε συνθήκες πολέμου, τι σημαίνει για έναν καλλιτέχνη να δηλώνει παρών; Στη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία, με τη συνεχιζόμενη γενοκτονία στην Παλαιστίνη, τον πόλεμο στον Λίβανο και την καταστροφή και εξάλειψη του νότιου Λιβάνου, απ’ όπου κατάγομαι, αισθάνομαι μια επείγουσα ανάγκη να κρατήσω ζωντανές τις ιστορίες. Μέσα σ’ αυτόν τον συνεχιζόμενο πόλεμο εξόντωσης, αισθάνομαι την ανάγκη να τεθεί ξανά υπό αμφισβήτηση ο ρόλος της τέχνης και του καλλιτέχνη και το τι σημαίνει να δημιουργείς, να είσαι μάρτυρας και να παραμένεις παρών υπό τέτοιες συνθήκες, διατηρώντας ζωντανές εκείνες τις ανείπωτες και κρυμμένες ιστορίες. Το ερώτημα, για μένα, δεν αφορά πλέον τη στενή ακαδημαϊκή ή καλλιτεχνική έρευνα γύρω από το «δικαίωμα» της τέχνης. Αφορά πολύ περισσότερο την πραγματικότητα και το νόημα της τέχνης και το τι σημαίνει να υπάρχεις μέσα από την τέχνη υπό τέτοιες συνθήκες.

Γιατί σας ενδιαφέρει τόσο επίμονα το περιθώριο των επίσημων αφηγήσεων; Τι ψάχνετε μέσα στις ιστορίες αυτές; Οι ιστορίες των ανθρώπων κουβαλούν μέσα τους το ευρύτερο πολιτικό, κοινωνικό και θρησκευτικό πλαίσιο. Εγώ αμφισβητώ αυτό το πλαίσιο και προσπαθώ να το κατανοήσω μέσα από τις φωνές, τις ιστορίες και τα σώματα των ίδιων των ανθρώπων. Στις παραστάσεις μου δεν υπάρχει κάποια προκαθορισμένη κατηγορία ή κάποιο συγκεκριμένο μέσο. Χρησιμοποιούμε κάθε μορφή που υπηρετεί την καλλιτεχνική προσέγγιση και μας επιτρέπει να εκφράσουμε μια ιδέα ή ένα όραμα. Ορισμένες ιστορίες χρειάζεται να ειπωθούν άμεσα, πρόσωπο με πρόσωπο με το κοινό, ως μια μορφή αντιπαράθεσης. Άλλοτε οι λέξεις αποτυγχάνουν και τη θέση τους αναλαμβάνουν το σώμα και ο χορός. Κάποιες φορές η μουσική γίνεται το πιο αληθινό μέσο. Δεν φοβάμαι την αμεσότητα της αφήγησης, όπως ακριβώς δεν παύω να έλκομαι από την αφαίρεση της κίνησης και του ήχου. Δεν περιορίζομαι σε μια συγκεκριμένη κατηγορία, σχολή ή παράδοση της τέχνης και του χορού. Με ενδιαφέρει να ανακαλύπτω κάθε φορά τη μορφή που απαιτεί η ίδια η παράσταση.

Πόσο βαθιά είναι ριζωμένο το σύστημα kafala στην κοινωνική δομή του Λιβάνου και πόσο εύκολο είναι για μια κοινωνία να αναγνωρίσει τη δική της συνενοχή; Το σύστημα kafala είναι βαθιά εδραιωμένο στον κοινωνικό ιστό της λιβανέζικης κοινωνίας. Την ίδια στιγμή, πολλοί ακτιβιστές, πολίτες και ΜΚΟ εργάζονται εναντίον του, χωρίς ωστόσο μέχρι σήμερα να έχουν σημειωθεί ουσιαστικές αλλαγές. Το σύστημα είναι τόσο βαθιά ριζωμένο, ώστε η παρουσία του αποτυπώνεται ακόμη και στην αρχιτεκτονική της χώρας: πολλά διαμερίσματα διαθέτουν το λεγόμενο «δωμάτιο της οικιακής βοηθού», συχνά ένα πολύ μικρό χώρο χωρίς παράθυρα.

Στιγμιότυπο από την παράσταση «When I Saw the Sea». © Christophe Raynaud De Lage.

Το γεγονός ότι οι γυναίκες αυτές βρέθηκαν αποκλεισμένες ακόμη και από καταφύγια τι αποκαλύπτει για την έννοια του «πολίτη» σε στιγμές κρίσης; Είναι ο φόβος που έχουμε απέναντι στον άλλον, σε εκείνον που θεωρούμε ξένο, ακόμη κι όταν εργάζεται στα σπίτια μας και φροντίζει το νοικοκυριό και τις οικογένειές μας. Σε περιόδους πολέμου, οι πιο ευάλωτοι, εκείνοι που έχουν τη λιγότερη δύναμη και τα λιγότερα χρήματα, είναι πάντοτε ανάμεσα στα μεγαλύτερα θύματα. Είναι το παράδοξο του να ανήκεις σε μια χώρα που έχεις επιλέξει ως σπίτι σου, ενώ η κοινωνία γύρω σου αρνείται να σε αποδεχθεί επειδή είσαι φτωχός ή απλώς επειδή είσαι διαφορετικός. Είναι κάτι αντίστοιχο με τον ρατσισμό που υφίστανται οι μετανάστες και οι Άραβες στην Ευρώπη. Έχω μέλη της οικογένειάς μου που ζουν στη Γερμανία και τη Σουηδία και, παρότι έχουν φτιάξει εκεί τη ζωή τους, εξακολουθούν να αισθάνονται ξένοι εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο τους αντιμετωπίζουν και εξαιτίας της εμφάνισής τους.

Μετά από τόσες κρίσεις, πολέμους και καταστροφές, τι σας επιτρέπει να εξακολουθείτε να πιστεύετε στη Βηρυτό; Πιστεύω βαθιά στην αγάπη που έχω για τους ανθρώπους, τους στενούς μου φίλους και τα μέλη της οικογένειάς μου που έχουν επιλέξει να παραμείνουν στη Βηρυτό, παρά τις ατελείωτες κρίσεις που βιώνει ο Λίβανος. Δεν πιστεύω όμως στη Βηρυτό την ίδια, ούτε στη νοσταλγία που την περιβάλλει: αυτή τη ρομαντικοποιημένη εικόνα μιας πόλης που ίσως κάποτε είχε τη γοητεία της, αλλά που, για μένα, την έχει πλέον χάσει.

Ένας καλλιτέχνης από τον Λίβανο μπορεί σήμερα να δημιουργεί εκτός της πολιτικής; Ναι, οι καλλιτέχνες από τον Λίβανο μπορούν σήμερα να επιλέξουν να δημιουργούν έξω από την πολιτική. Ο καθένας έχει τον δικό του τρόπο να προσεγγίζει την τέχνη του και να σχετίζεται με την πραγματικότητά του. Για μένα, όμως, δεν είναι επιλογή. Δεν μπορώ να αποσυνδέσω την τέχνη μου από την πολιτική. Αισθάνομαι την ανάγκη να παραμένω βαθιά συνδεδεμένος με την πραγματικότητά μου και να χρησιμοποιώ τα εργαλεία που διαθέτω ως καλλιτέχνης και χορογράφος για να αντισταθώ στη φρίκη αυτού του κόσμου. Πιστεύω ότι το θέατρο, εν μέρει, και η τέχνη γενικότερα, μπορεί να είναι ανάμεσα στα ελάχιστα πράγματα που έχουν τη δύναμη να μας θυμίζουν την ανθρωπιά μας και να μας παροτρύνουν να σώσουμε ό,τι έχει απομείνει απ’ αυτήν.

«Αν αυτή τη στιγμή δεν πέφτει μια ρουκέτα στο σαλόνι σας, αυτό δεν σας απαλλάσσει από την ευθύνη να αντιδράσετε και να απαιτήσετε λογοδοσία για εκείνους που είναι ακόμη ζωντανοί και αγωνίζονται, αλλά και για εκείνους που έφυγαν από τον κόσμο χωρίς να λάβουν τη δικαιοσύνη που τους άξιζε». © Lea Skayem

Τι σας έχουν μάθει οι ίδιοι οι ερμηνευτές σας για τη διαδικασία της δημιουργίας; Η χορογραφία είναι μια πράξη ακρόασης και μαρτυρίας. Ο χορός γεννιέται από μια θεμελιώδη ανάγκη για κίνηση και έκφραση, μια ανάγκη που διαμορφώνεται από τη ζωή, τη μνήμη, τις δυσκολίες και τη χαρά. Πέρα από τις καθιερωμένες τεχνικές ή σχολές, κάθε σώμα κουβαλά τη δική του ιστορία και μπορεί να αναπτύξει μια μοναδική γλώσσα κίνησης που ανήκει αποκλειστικά στο ίδιο το άτομο. Το θέατρο, όπως και ο χώρος αγάπης και φροντίδας που δημιουργείται μέσα στην αίθουσα προβών, μπορεί να γίνει ένα καταφύγιο και να μας σώσει, μια μικρή νίκη σε καιρούς αποτυχίας, αβεβαιότητας και φρίκης.

Τι σημαίνει για εσάς να παρουσιάζετε αυτή την παράσταση στην Κύπρο; Διακρίνετε κάποια απροσδόκητη συγγένεια ανάμεσα στις ιστορίες των γυναικών σας και στις ιστορίες αυτού του τόπου; Η παράσταση αυτή ξεκινά από ένα συγκεκριμένο γεωγραφικό πλαίσιο, αλλά στην ουσία αφορά τον ρατσισμό και τον φόβο για τον άλλον, οπουδήποτε στον κόσμο κι αν αυτός εκδηλώνεται. Εξετάζει πώς αυτός ο φόβος μπορεί να μετατραπεί σε επιθετικότητα και ρατσισμό, έναν ρατσισμό που μπορεί να πάρει πολλές και διαφορετικές μορφές. Ταυτόχρονα, είναι μια παράσταση για τη μητρότητα, την αντίσταση, τη δύναμη και τη διεκδίκηση της αξιοπρέπειας των σωμάτων και των ανθρώπων. Πιστεύω ότι αυτές είναι αξίες και αρχές που ξεπερνούν τα σύνορα και τις αναφορές των χωρών μας. Είναι ευθύνη όλων μας να αντιδρούμε, να αντιμετωπίζουμε και να αντιστεκόμαστε σε κάθε μορφή αδικίας. Αν αυτή τη στιγμή δεν πέφτει μια ρουκέτα στο σαλόνι σας, αυτό δεν σημαίνει ότι αυτή δεν είναι και δική σας ιστορία, ούτε σας απαλλάσσει από την ευθύνη να αντιδράσετε, να μιλήσετε ανοιχτά και να απαιτήσετε λογοδοσία για εκείνους που είναι ακόμη ζωντανοί και αγωνίζονται, αλλά και για εκείνους που έφυγαν από αυτόν τον κόσμο χωρίς να λάβουν τη δικαιοσύνη που τους άξιζε.

Ελεύθερα, 13.9.2026