Οι στερεότυπες εκφράσεις χρησιμοποιούνται κατά κόρον, αν και πολλές φορές μπορεί να θεωρηθούν «λανθασμένες».

Έγινε πλέον στερεότυπη η έκφραση «μάχη για τη ζωή» από τα ΜΜΕ, όταν θέλουν να αναφερθούν σε κάποιον που χαροπαλεύει (να ένα άλλο ρήμα, που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε τέτοιες περιπτώσεις).

Θανατολογούμε, θα έλεγε κανείς, αλλά όταν αναφέρεται κανείς στη γλώσσα δεν πρέπει να υπάρχουν περιορισμοί που θέτει η ηθική ή οι «καλοί τρόποι» και η ευπρέπεια, οι κοινωνικές συμβάσεις. Η γλώσσα καταγράφει τα πάντα, χωρίς υποχρεωτικώς και να τα αξιολογεί. Ας θυμηθούμε το (αδικαιολόγητο) σάλο που προκλήθηκε με το λεξικό Μπαμπινιώτη, όταν δίπλα από το λήμμα «Βούλγαρος» ερμήνευε (ως δεύτερη σημασία μετά το προφανές εθνικό) «οπαδός της ομάδας του ΠΑΟΚ».          

Ακόμα παραπάνω, μνημειώδης κατέστη η φράση του λογοτέχνη Λορέντζου Μαβίλη, που ως βουλευτής διακήρυξε, όταν συζητούνταν το Γλωσσικό, ότι «δεν υπάρχουν αισχρές λέξεις, υπάρχουν αισχροί άνθρωποι και υπάρχουν πολλοί αισχροί άνθρωποι που ομιλούν την Καθαρεύουσα». Ειδικά για τον θάνατο θα μπορούσαν να ειπωθούν πολλά για τον τρόπο που αυτός εξορκίζεται μέσα από τη γλώσσα.

Γενικώς, οι στερεότυπες εκφράσεις που αναπαράγονται από τα ΜΜΕ παρουσιάζονται ισχυρές και επαναλαμβάνονται (άκριτα πολλές φορές) με μεγάλη ευκολία, ώστε όχι σπάνια «νομιμοποιούνται» μέσα από τη γλωσσική χρήση. Φυσικά, αυτή είναι η μοίρα της γλώσσας και έτσι όχι σπάνια «τα λάθη του σήμερα γίνονται τα σωστά του αύριο», όπως το λέει ο γνωστός νεοελληνιστής Peter Mackridge.

Για να επανέλθουμε: συχνά, αντί για το σύνηθες «μάχη για τη ζωή» χρησιμοποιείται το «μάχη με τον θάνατο», ιδίως όταν η μάχη αυτή έχει χαθεί. Πρόκειται για μια ισοδύναμη σημασιολογικά επιλογή, που διαφοροποιείται σε επίπεδο ύφους, αφού δίνει έμφαση στη ζωή που χάθηκε, που τονίζει το γεγονός της απώλειας της ζωής ή, ενίοτε, το μέγεθος της πάλης και την προσπάθεια του ανθρώπου να νικήσει το θάνατο.

Από την άλλη, λανθασμένα, πολλές φορές γίνεται λόγος για τη «μάχη για τον θάνατο», που σημαίνει έτσι ότι κάποιος έδωσε μάχη χάρην του θανάτου, όχι για να τον νικήσει υπέρ της ζωής.

Οι εκφράσεις αυτές, που παραπέμπουν, θα έλεγε κανείς, στην ακριτική παράδοση, όταν ο Διγενής πάλεψε με τον Χάροντα «στα μαρμαρένια αλώνια», προσωποποιώντας την έννοια του θανάτου και αποδίδοντάς του ανθρώπινη μορφή, για να την καταστήσει έτσι πια οικεία, αν και απεχθή, είναι στην πραγματικότητα μεταφραστικό δάνειο από άλλες γλώσσες, που χρησιμοποιούν ανάλογες εκφράσεις, και είναι σχετικώς νεότερες.

Εξάλλου, η χιλιόχρονη βυζαντινή περίοδος από την οποία άμεσα επηρεάζεται η σημερινή γλώσσα, μέσα από το θεοκρατικό της σύστημα και την ανάπτυξη ακραίων μορφών θρησκευτικού συναισθήματος και τυπολατρείας, έφτασε να βλέπει τον θάνατο ως μια επιθυμητή κατάσταση που μπορεί να οδηγήσει στη σωτηρία της ψυχής, σε αντίθεση με την αντίληψη των Αρχαίων Ελλήνων, που λάτρευαν τη ζωή και τοποθετούσαν το θάνατο στα βάθη της γης, αλλά και με την εν γένει χριστιανική λατρεία που σέβεται τη ζωή.

* O δρ Γιώργος Β. Γεωργίου είναι γλωσσολόγος, διευθυντής της Ακαδημίας Πολιτισμού «Κυπροπαίδεια» της Ι.Μ.Ταμασού και επισκέπτης καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών