Αγγέλα Καϊμακλιώτη: «Αειθαλής θάλασσα», εκδόσεις Μελάνι, 2017.
Αυτό που διαπιστώνεται διά γυμνού οφθαλμού ή μάλλον με την πρώτη ματιά είναι η αισθητική ωρίμανση της ποίησης της Αγγέλας Καϊμακλιώτη, από συλλογή σε συλλογή. Αυτό διακρίβωσα παρουσιάζοντας τη συλλογή «Εκ του σύνεγγυς» (2014) σε σύγκριση με τη συλλογή «Στιγμές Αλκυονίδες». (2012) Αυτό διαπιστώνω και τώρα που, με αυτό το σημείωμα, παρουσιάζω τη νέα και τελευταία συλλογή «Αειθαλής θάλασσα». (2017) Η ποιήτρια πειραματίζεται συνεχώς, δοκιμάζει, τολμά. Εμπλουτίζει διαρκώς τα τεχνοτροπικά της μέσα, τα εκφραστικά της εφόδια. Διευρύνει και συνάμα εξειδικεύει περαιτέρω τις θεματικές της.
Η ποίηση της Καϊμακλιώτη, από την Κύπρο ελαύνεται και στην Κύπρο απολήγει, όπου κι αν περιδιαβεί στο μεσοδιάστημα. Οι όποιες θεματικές ή αισθητικές περιπλανήσεις ή και παρεκκλίσεις είναι μόνο αποσπασματικά επεισόδια στη συνολική, την ολική ποίησή της. Αυτή παραμένει πάντα κυπροκεντρική, κυπρογενής και κυπρίζουσα, ας μου επιτραπεί το λογοπαίγνιο: «Οι Βαλκυρίες κολυμπούν / με τον Αττίλα στη Μεσόγειο / Τέλος εποχής / Ανατολή / Ναυαγοί στην κόκκινη θάλασσα / βαρκούλα χλωμή μισοφέγγαρη / παιδιά φοβισμένων ανθρώπων / παιδιά γερασμένων ελπίδων / η μεγάλη Θεά απλωμένη στο ανάχωμα / αναδυόμενη μετανάστρια / επαναστάτρια οπλισμένη / μάρτυρας των πληγών». (σελ. 24)
Ολόκληρη η συλλογή αποτελεί ένα εγχείρημα ιστορικής αποτίμησης της πατρίδας μας ανά τους αιώνες. Πρόκειται για μια συνολική και συνάμα συνοπτική ματιά. Κάποτε επιχειρείται συγκερασμός έμμετρου και ελεύθερου στίχου, με τον τελευταίο όμως να κατισχύει πασιφανή νίκη. Οι λέξεις, κυρίως τα ρήματα, προσδίδουν καίριες και ακαριαίες νοηματοδοτήσεις στα νέα ποιήματα της Κ. Πχ: «Κραδαίνω καπνιστήρι πήλινο / θυμίαμα το ποίημα / η μνήμη αιμορραγεί / με καθαίρει και με καθαιρεί». (σελ. 12)

Η πειραματική διάθεση της Κ. είναι διακριτή από το πρώτο κιόλας εισαγωγικό – δοξαστικό ποίημα για την Κυπρίδα. Αυτό το ποίημα θα μπορούσε παράλληλα να χαρακτηριστεί και ως ένα αισθητικό γύμνασμα με το γράμμα «Θ». Η ποιήτρια δοκιμάζει την ευρηματικότητα, τη φαντασία, τους λεκτικούς – εκφραστικούς ορίζοντες της. Το αποτέλεσμα κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητο είναι: «Μια θαρραλέα θεατρίνα / Θήλυ και θήκη και θηλή / Θνητή που νίκησε το θάνατο / την κάθειρξη και τη θλιβή / θάλλοντας στην αθανασία». (σελ. 11)
Οφείλω να σημειώσω ότι η ματιά της Κ. γίνεται ολοένα και πιο συμπαντική, η σκέψη της ολοένα και πιο βαθιά, στοχαστική, φιλοσοφημένη. Η εικονοποιΐα της πιο πλαστική. Ο συναισθηματισμός είναι πλέον πιότερο ελεγμένος και η νόηση πιο καλλιεργημένη. Όλα αυτά συνιστούν ποιοτικό άλμα στην ποίησή της, η οποία πλέον ερωτοτροπεί με την αμφισημία, αλλά και την πολυσημία: «Όταν πληθαίνουν / τα ναυάγια στο βυθό / η θάλασσα εξατμίζεται / Όταν βαθαίνουν οι ουρανοί / η θάλασσα επιστρέφει / ως βροχή παλινωδούσα / Δίχως σωσίβια έπλευσα / κι όταν με νίκησε το ηδονικό / μεθύσι των κυμάτων / αναδύθηκα κραδαίνοντας / τα φίδια της μικρής Θεάς θρέφοντας / με τα ζωντανά μου στήθια τα παιδιά». (σελ. 16)
Δεν θα έλεγα ότι η Κ. γράφει «γυναίκεια» ποίηση, με την συμβατική έννοια του όρου και τα προβλεπτά χαρακτηριστικά, τόσο από πλευράς θεματικής, όσο και από πλευράς αισθητικής. Ωστόσο, πιστεύω ότι αξιοποιεί με επάρκεια όλες τις «θηλυκές» αρετές της ποίησής της. Και δεν αναφέρομαι μόνο στην ηδονιστική αισθαντικότητα που απαντάται, ούτως ή άλλως, στην ποίησή της, αλλά και σε μια γυναικεία ιματζινιστική διάθεση: «Συχνά φορούσα ενοχές ψηλοτάκουνες / στα πεζοδρόμια του πόθου γυρνούσα / γριά με ρόδινα μάγουλα μάτια πανσέληνα / Παλίρροιες πλημμύριζαν την κοιλιά μου / κι άπλωνα επίθεμα το βλέμμα του Κένταυρου / να σταματήσω την αιμορραγία». (σελ. 18)
Ωστόσο, γενικά πιστεύω ότι όταν η ποιήτρια ξεφεύγει από την υπαρξιακή θεματική, τη φιλοσοφική θεώρηση των πράγματων, τον αισθησιασμό και τον αισθητισμό, όταν αγγίζει ζητήματα κοινωνικής – ουμανιστικής υφής, η ποίησή της γίνεται πιο διαυγής και βατή, τα κλειδιά της πιο εύχρηστα, πιο λειτουργικά: «Παιδιά νεκρά κοχύλια / ξέβρασε η θάλασσα / εκεί που απλώναμε δήθεν αθώοι / την ομορφιά του κόσμου / κόκκινο φανελάκι / παντελονάκι μπλε βαθύ / τόσο βαθύ και τόσο μπλε / δήθεν δακρύσαμε / και τόσο κόκκινο που αιμορραγεί / δήθεν πονέσαμε / Ψέματα τέλος / Τα πνίξαμε κι ύστερα φτιάξαμε κολιέ / με το μαργαριτάρι τους / δήθεν πενθούντες». (σελ. 20-21)
Όμως, στο βιβλίο δεσπόζουν οι στίχοι υπαρξιακής αναζήτησης με φιλοσοφικό υπογάστριο, αλλά και μια πεσιμιστική διάθεση. Στην προκειμένη περίπτωση οι διαυγείς, ευκρινείς συμβολισμοί, αποδίδουν – κατά την άποψή μου – και καλύτερο αισθητικό αποτέλεσμα: «Αιώνια πορεύεσαι δίχως φύλλο πορείας / κρύβεις το πολύτιμο φορτίο / καρφωμένο στην καρδιά σου / γνωρίζεις λες τα όρια και το βάθος / υποψιάζεσαι τον ίλιγγο της πτώσης». (σελ. 22)
Σ’ αυτή τη συλλογή τα πλείστα ποιήματα της Καϊμακλιώτη παραπέμπουν σε υπόγειες, σε υποδόριες ή και λανθάνουσες αλληγορίες. Παραπέμπουν επίσης σε συμβολισμούς δύσβατους, δύσκολους, που χρειάζονται περισσή προπαίδεια και εμπειρία, προκειμένου να αποκωδικοποιηθούν. Αυτό κάνει την ποίησή της περισσότερο υποβλητική και μυστηριακή. Η αισθητική της ποίησής της βελτιώνεται. Ωστόσο, η προσβασιμότητα σ’ αυτή την ποίηση μάλλον διαβρώνεται.
Θα ήθελα όμως να ολοκληρώσω την παρουσίαση με το πιο λυρικό ποίημα της συλλογής, που αποπνέει και συγκινησιακή φόρτιση αλλά και θηλυκή αισθαντικότητα. Είναι το «Αειθαλής θάλασσα» απ’ όπου πήρε τον τίτλο της ολόκληρη η ευσύνοπτη συλλογή. Παραθέτω, ως κατακλείδα, τους πρώτους, ιδιαίτερα παραστατικούς, στίχους: «Η θάλασσα είναι γυναίκα / Τα ζωντανά βαθιά νερά είναι αλμυρά / Μην πιεις ακόμα κι αν πεθαίνεις από δίψα / Αν είναι ηρεμεί μπορείς να νιώσεις καπετάνιος / Αν αγριέψει γίνε πειρατής». (σελ. 26)