Οι αποφάνσεις μας γύρω από το γλωσσικό φαινόμενο πρέπει να βασίζονται σε επιστημονικά πορίσματα και όχι στη γλωσσική μας “διαίσθηση”.
 
Υπάρχει ένα «κακό», όταν πρόκειται για τη γλώσσα. Όλοι έχουν εδραιωμένες απόψεις, που στηρίζονται κυρίως στο προσωπικό τους γλωσσικό αισθητήριο. Και έχουν απόψεις, ακριβώς επειδή η γλώσσα είναι εργαλείο επικοινωνίας, κοινό σε όλους τους ανθρώπους. Δεν είναι, κακό, ασφαλώς, που έχουν απόψεις. Αντίθετα, αυτό υπό προϋποθέσεις θα μπορούσε να λειτουργήσει υπέρ της γλώσσας, της πρόσληψής της όχι μόνο ως εργαλείου επικοινωνίας, αλλά και ως ιδεολογικής πλατφόρμας από την οποία εκκινούν βιώματα, θέσεις, κοινωνικές αντιθέσεις.

Όμως, ανάλογες πεποιθήσεις μπορεί να αποδειχτούν εξαιρετικά παροδηγητικές, νοουμένου ότι απ’ αυτές μπορεί να εξαρτάται η χάραξη εκπαιδευτικής πολιτικής, ο τρόπος διδασκαλίας της γλώσσας ή ξένων γλωσσών, ο τρόπος σύνταξης νόμων, κανονισμών, οδηγιών κ.λπ. Ακόμα και ο τρόπος με τον οποίο η δικαστική εξουσία ερμηνεύει το λόγο του κατηγορουμένου εντός του δικαστηρίου, αγνοώντας πολιτιστικά και άλλα στοιχεία που εκπορεύονται από τη γλώσσα.

Έτσι, η έρευνα, που σε άλλες προηγμένες επιστημονικά χώρες θεωρείται εκ των ων ουκ άνευ, στην εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων η εφαρμογή των οποίων μπορεί να οδηγεί σε πολιτικές, φαίνεται να απουσιάζει δραματικά από τον τόπο μας με όλα τα αποτελέσματα που μπορεί κανείς να φανταστεί.

Αποφασίζουμε, για παράδειγμα, ποιες ξένες γλώσσες θα εισάγουμε στα σχολεία όχι μετά από έρευνα για τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας μας, αλλά με βάση προκαταλήψεις που μπορεί να έχουν βάση αλήθειας ή μπορεί και να μην έχουν.

Αποφαινόμαστε για το επίπεδο χρήσης της ελληνικής γλώσσας από μαθητές χωρίς να διαπιστώσουμε μέσω έρευνας αν οι αντιλήψεις μας [που μπορεί να δημιουργήθηκαν από προσωπικές εμπειρίες, επιστημονικές ή άλλες προκαταλήψεις, την εξέταση ενός περιορισμένου σώματος υλικού (corpus) κ.λπ.] επιβεβαιώνονται από την πραγματικότητα.

Αποφασίζουμε για την ύπαρξη ενός γλωσσικού φαινομένου χωρίς μεθοδολογικά εργαλεία που να αποδεικνύουν του λόγου το αληθές.

Επιπλέον, δεν χρησιμοποιείται η Γλωσσολογία ως η επιστήμη που έχει τη μεθοδολογία για να δώσει επαρκείς απαντήσεις σ’ αυτά και άλλα ερωτήματα, αλλά ένα είδος «εμπειρίας», που παραπέμπει σε εποχές όπου η επιστημονική γνώση και οι εφαρμογές της αποτελούσε τυχαίο συνονθύλευμα πορισμάτων, προσωπικών κρίσεων, προκαταλήψεων, εμμονών.

Αντίθετα, οι εδραιωμένες αντιλήψεις που αποδεικνύονται λανθασμένες, διαιωνίζουν τις όποιες προκαταλήψεις, αποπροσανατολίζουν την έρευνα, οδηγούν σε λάθος συμπεράσματα και –μοιραία- σε λάθος πολιτικές με αποτελέσματα εκ των προτέρων καταδικασμένα.

Θα πρέπει, λοιπόν, να αποκτήσουμε «κουλτούρα έρευνας», η οποία χρήζει εφαρμογής ακόμα και εκεί που θα θεωρούσε κανείς ότι τα αποτελέσματα είναι δεδομένα. Γιατί στην επιστημονική έρευνα το ίδιο δεδομένες είναι και οι εκπλήξεις.