Η διαδικασία της μετάφρασης είναι μια σύνθετη και απαιτητική προσπάθεια και δεν αποτελεί μεταφορά απλώς και μόνον «λέξεων» από τη μια γλώσσα στην άλλη.

Η  μετάφραση -αν και απασχολεί σε θεωρητικό και πρακτικό επίπε­δο τον κλάδο της μεταφρασιολογίας- δεν παύει ποτέ να είναι προσωπική υπόθεση.

Όσοι προσπάθησαν να μεταφράσουν -με την έγνοια όμως ότι θα εκδώσουν- ένα κείμενο που απαιτεί την εμπλοκή σύνθετων γλωσσικών λει­τουργιών (όχι διαφημιστικών φέιγ-βολάν) δοκίμα­σαν τη χαρά του μεταφράζειν, αλλά και την -ανυ­πέρβλητη πολλές φορές- δυσκολία της μεταφο­ράς των νοημάτων (όχι των λέξεων) από τη μια γλώσσα στην άλλη, την ανάγκη της ταπεινότητας μπρος στο πρωτογενές υλικό, που στην περίπτω­σή μας είναι και το τελικό ανάγνωσμα.

Η έξυπνη ρήση ότι «η επιτυχημένη μετάφραση είναι αυτή που δεν μας αφήνει να καταλάβουμε πού κρύβε­ται ο μεταφραστής», ότι δηλαδή η πετυχημένη μετάφραση γίνεται διακριτικά, χωρίς το τελικό προϊόν να θυμίζει μεταφρασμένο κείμενο, έχει σχέση και με την ταπεινοφροσύνη του μεταφραστή. Πέραν, δηλαδή, από την ικανότητά του να με­ταφέρει από τη γλώσσα-πηγή στη γλώσσα-στόχο ένα κείμενο παρακάμπτοντας τις τεράστιες δυσκο­λίες που γεννά η μεταφορά ιδεών από ένα πολιτι­σμικό περιβάλλον σε ένα διαφορετικό, θα πρέπει ο μεταφραστής να αντιμετωπίζει το πρωτότυπο με σεβασμό, χωρίς να προσπαθεί με ακροβατισμούς να θέσει την προσωπική του σφραγίδα, όσο και αν το κείμενο και η δημιουργική του ενέρ­γεια τον προκαλούν προς τούτο.

Γιατί πρέπει να σημειωθεί ότι το μεταφρασμέ­νο κείμενο δεν μπορεί πια να είναι ποτέ το ίδιο με το πρωτότυπο∙ ούτε καν δυο μεταφράσεις του ιδίου κειμένου. Γι’ αυτό υπάρχουν μεταφράσεις «με ταυτότητα»,  που ενίοτε «καπελώνουν» το ίδιο το πρωτότυπο.

Στη διαδικασία της μετάφρασης αυτό που πά­ντως έχει θεμελιώδη σημασία και για τον μετα­φραστή και για τον αναγνώστη είναι η γνώση της αξίας των συμφραζομένων όχι μόνο των λεκτι­κών, αλλά και των κοινωνικών, των ψυχολογικών, των ιστορικών. Οι ίδιες λέξεις δεν έχουν την ίδια ακριβώς σημασία σε διαφορετικά γλωσσικά περι­βάλλοντα. Η θάλασσα ας πούμε για τους Γερμα­νούς γίνεται διαφορετικά αντιληπτή από ό,τι για τους Έλληνες.  

Έχει σχέση με τον τρόπο που ο κάθε λαός καταλαβαίνει τον κόσμο, με την ιστορία του, με τα καθημερινά του βιώματα, με τον τρόπο που μια έννοια έχει περάσει στη λογοτεχνία, που έχει χαρακτεί στο συλλογικό, γλωσσικό υποσυνείδητο. Πολλές φορές μια λέξη που σημαίνει το ίδιο πράγμα, μπορεί να έχει για τον ένα λαό θετικό και για τον άλλο αρνητικό περιεχόμενο.  Αποδείχτηκε, για παράδειγμα, ότι άλλη σημασία έχει για τους Έλληνες η λέξη «μοναξιά» και άλλη για τους Γερμανούς, την ίδια ώρα που σε ορισμένες πολυνησιακές διαλέκτους δεν υπάρχει καμιά λέξη που να εκφράζει τη «μελαγχολία».

Επομένως και η μετάφραση δεν εί­ναι παρά μεταφορά συμφραζομένων. Ώστε τελικά, άλλο η θάλασσα στα Ελληνικά κι άλλο η das Meer στα Γερμανικά.