Συνομιλώντας με έναν άγνωστο μπορούμε να φτάσουμε σε ακριβή συμπεράσματα για τα πολλαπλά είδη ταυτοτήτων μέσα από τη γλώσσα.

Φανταστείτε τον εαυτό σας στο παγκάκι μιας στάσης λεωφορείου παρέα με έναν άγνωστο. Η σιωπή μπορεί να γίνει ενοχλητική, προκαλώντας αμηχανία. Έτσι, στιχομυθίες για ουδέτερα θέματα, όπως ο καιρός, η αργοπορία του λεωφορείου ή ο κοινός προορισμός σας, μπορούν εύκολα να λειτουργήσουν ως αβαρία ή και ενίοτε ως έντιμος συμβιβασμός με ένα άτομο που σε άλλη περίπτωση δεν θα είχατε να πείτε τίποτε (1). Στις περιπτώσεις αυτές η γλώσσα λειτουργεί επαφικά, δηλαδή μιλούμε χάριν της ομιλίας. Ταυτόχρονα όμως μπορούμε να προβούμε σε -αρκετά επιτυχείς- εικασίες για την καταγωγή, τη μόρφωση, το επάγγελμα, τον κοινωνικό περίγυρο, την ταυτότητα του συνομιλητή μας.

Μπορούμε έτσι να εξετάσουμε (2):
 
1. φυσική ταυτότητα
Εύκολα διαπιστώνει κανείς την ηλικία κάποιου από τον τρόπο της ομιλίας του (αν υποθέσουμε ότι δεν τον βλέπει), ιδιαίτερα αν πρόκειται για παιδί ή ηλικιωμένο (τα παιδιά έχουν συγκεκριμένο τόνο φωνής και λεξιλόγιο, ενώ οι ηλικιωμένοι έχουν μειωμένη ικανότητα να παράγουν λόγο δυνατό, καθαρό, ρυθμικό και με καλό τόνο). Επίσης, εύκολα μπορεί να εντοπίσει κανείς το φύλο του ομιλητή, ακόμα και όταν δεν τον ακούει, αλλά τον διαβάζει! Εκτεταμένη έρευνα έγινε γύρω από τη λεγόμενη “γυναικεία ομιλία”.
 
2. ψυχολογική ταυτότητα
Μέσα από τη γλώσσα κάνουμε συνήθως εικασίες για την εξυπνάδα και την προσωπικότητα του συνομιλητή μας, παρόλο που συχνά κάποιες τυποποιημένες δομές (Ακούγεται έξυπνος, η γλώσσα του προδίδει άνθρωπο με αρχές ή σταθερό, ή φιλόδοξο κ.λπ.) δρουν παροδηγητικά.
 
3. γεωγραφική ταυτότητα
Ο εντοπισμός της γεωγραφικής ταυτότητας ενός ομιλητή, της καταγωγής του, από τα χαρακτηριστικά της ομιλίας του μπορεί να γίνει συνήθως με αρκετή ακρίβεια. Στο εξωτερικό, τεχνικές της αναγνώρισης ομιλίας που χρησιμοποιούνται από τη Νομική Γλωσσολογία, η οποία βοηθά στην εξιχνίαση εγκληματικών υποθέσεων βρίσκονται στην καθημερινή ατζέντα των σωμάτων ασφαλείας.
 
4. εθνική ταυτότητα
Η γλωσσική ταυτότητα ενός ομιλητή κατά μεγάλο μέρος προσδιορίζει και την εθνική του ταυτότητα και την ιδέα του περί έθνους. Δεν είναι αυτό παραδοξολογία αν αναλογιστεί κανείς πόσο εξυπηρετούν την εθνική συνοχή οι γλωσσικοί μηχανισμοί, τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν ως φυσικό σύνορο μεταξύ πολιτισμών, τον ενεργητικό τους ρόλο στο να υπενθυμίζουν τους δεσμούς με το παρελθόν.
 
5. κοινωνική ταυτότητα
Όταν οι γλωσσολόγοι αναφέρονται σε ανώτερες (high variety) και κατώτερες (low variety) γλωσσικές ποικιλίες δεν σημαίνει ότι αξιολογούν ποιοτικά την καταλληλότητα ή μη μιας γλώσσας, αλλά ότι παρουσιάζουν τις γλωσσικές διαφορές που γίνονται δείκτες κοινωνικής ένταξης και τοποθέτησης. Έτσι, για πολλά χρόνια η Καθαρεύουσα θεωρούνταν ως η ανώτερη γλώσσα, η γλώσσα της διανόησης, των γραμμάτων, της επιστήμης. Το ίδιο θεωρείται σήμερα η επίσημη γλώσσα έναντι των άλλων μορφών (γεωγραφικών και κοινωνικών διαλέκτων). Έτσι, συγκεκριμένη χρήση της γλώσσας καταδεικνύει και συγκεκριμένη κοινωνική ταυτότητα. Αλλιώς θα μιλήσει ένας δάσκαλος, αλλιώς μια γυναίκα, αλλιώς ένας οικοδόμος, αλλιώς ένας ιερέας (κοινωνική ιεραρχία). Επιπλέον, αλλιώς θα μιλήσει ένας δάσκαλος στην τάξη και αλλιώς στην παρέα του (κοινωνικοί ρόλοι). Μέσα από τη γλώσσα μπορεί να δειχθεί η εγγύτητα ή η επιβολή, η περιθωριοποίηση ή η συγχώνευση με το σύστημα, η ισότητα ή ανισότητα των φύλων.
 
6. υφολογική ταυτότητα
Πέρα από την πολλαπλότητα των γλωσσικών ταυτοτήτων, που οφείλονται στη διεπίδραση με τους συνομιλητές μας ή τον περίγυρο, υπάρχει και ένα είδος γλωσσικής ταυτότητας που έχει σχέση με την ίδια την ιδιόλεκτό μας, δηλαδή τις προσωπικές γλωσσικές επιλογές και αποκλίσεις που συνθέτουν ό,τι ονομάζουμε ύφος. Έτσι, πέρα από το λογοτεχνικό ύφος ή κατεξοχήν ύφος υπάρχει και το προσωπικό ύφος, δηλαδή ο τρόπος ομιλίας μας. Η υφολογική μας ταυτότητα περιέχει όλα τα στοιχεία (γλωσσικά και υπεργλωσσικά) της ιδιοσυγκρασίας μας.
 
1 για την παράφραση βλ. Trudgill, P.: Sociolinguistics, An Introduction, Penguin Books, 1980 (1974 πρώτη), σελ.13
2 για μια διεξοδική ανάλυση των παραμέτρων, ιδιαίτερα για την Aγγλική βλ. Crystal, D.: The Cambridge Encyclopedia of Language, 1995, σ.σ. 17-80