Όσα αποκομίσαμε από μια νύχτα στην όπερα με τον «Κουρέα της Σεβίλλης».

Θα ήμουν από τους τελευταίους που συγκινούνται από τις αμπελοφιλοσοφικές αλχημείες του Πάολο Κοέλιο, ωστόσο η επιθυμία μου εισακούστηκε. Το 2015, όταν το Φεστιβάλ Όπερας της Πάφου σύστηνε στο κοινό του τον Τζοακίνο Ρόσινι δεν έκρυψα ότι θα προτιμούσα να παρακολουθήσω ένα πιο χαρακτηριστικό και «βατό» έργο του «κύκνου του Πέζαρο». Πέρσι πάλι, παρακολουθώντας το ζίνγκσπιλ του Μότσαρτ «Απαγωγή από το Σεράι» σκέφτηκα ότι η λυρική μας ενημέρωση «παρατράβηξε» κι ήταν καιρός να αρχίσουμε να απολαμβάνουμε ξανά πιο ονομαστά οπερατικά έργα.

Το σύμπαν; Οι διοργανωτές; Απλή σύμπτωση; Πάντως το διάλειμμα δύο ετών με Μότσαρτ ακολούθησε το δεύτερο έργο του Ροσίνι στην 20χρονη πορεία του θεσμού, ο οποίος ξεκάθαρα -και ως ένα σημείο εύλογα- έδειχνε ξεκάθαρη προτίμηση στον Βέρντι. Όμως η τελευταία όπερα του Βέρντι που είδαμε στην Πάφο ήταν ο «Οθέλλος» το 2012, σημαντικό ορόσημο αν σκεφτούμε ότι, ελέω και της κρίσης, από την επόμενη χρονιά ο θεσμός έκανε στροφή στην κωμική όπερα, η οποία βαστά μέχρι σήμερα και παράλληλα επιστράτευσε –μάλλον οριστικά- τη Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου. Αυτή η τελευταία επιλογή, βέβαια, αποτελεί δίκοπο μαχαίρι.

Θέλω να πιστεύω ότι το φεστιβάλ δεν διοργανώνεται για μένα, αλλά ΚΑΙ για μένα. Τυγχάνει δηλαδή οι δικές μου προσδοκίες να συγκλίνουν με την πλειοψηφία των φίλων της διοργάνωσης. Που βεβαίως γίναμε «φίλοι» γιατί γνωρίζουμε πόσο πολύτιμος είναι ο  θεσμός για τα πολιτιστικά μας δρώμενα, αναγνωρίζοντας τα καλά του και εντοπίζοντας –πάντα με καλή πρόθεση- τα στραβά του με σκοπό να τον δούμε να βελτιώνεται αδιάλειπτα.

Το γεγονός ότι το κοινό άρχισε πάλι να γίνεται αυστηρό και απαιτητικό θα έπρεπε να εκλαμβάνεται ως θετική εξέλιξη. Από την άλλη, οι κατάμεστες κερκίδες, η ζέση του ακροατηρίου, αλλά και η αποθέωση στο τέλος, δεν θα έπρεπε να ξεγελούν και να προκαλούν ευφορία και εφησυχασμό στους διοργανωτές. Η ιστορία του θεσμού έγραψε ότι το 2018 ήταν η χρονιά του όγδοου πιο πολυπαιζόμενου έργου του λυρικού θεάτρου, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων «Operabase». Το έργο για το οποίο ο στρυφνός, κουφός αλλά σοφός Μπετόβεν προέβλεψε σε επιστολή του προς τον Ροσίνι το 1822 ότι θα «παίζεται για όσο θα υπάρχει ιταλική όπερα». Τον προέτρεψε μάλιστα –αλλά μάταια- να μη γράψει τίποτε άλλο εκτός από όπερα μπούφα και να συνεχίσει να προσφέρει στην τέχνη «άφθονους κουρείς».

Δεν είναι μόνο η οικεία και στον πιο αμύητο οβερτούρα ή η ξακουστή καβατίνα εισόδου του Φίγκαρο «Largo al factotum della città», ούτε το απολαυστικό πλέγμα από κωμικές ανατροπές, πλούσιες μελωδίες, δεξιοτεχνικές άριες και τα σβέλτα ρυθμικά τραγούδια. Η ευθυμία και η ζωντάνια του έργου, που γράφτηκε μέσα σε μόλις 24 μέρες, ακολουθούν μ’ έναν μαστορικά δομημένο τρόπο το λιμπρέτο του Τσέζαρε Στερμπίνι, βασισμένο σε θεατρικό του Μπομαρσέ, το οποίο διατηρεί μια αξιοσημείωτη αύρα διαχρονικότητας. Διαβλέπει τον ερχομό μιας εποχής όπου το χρήμα θα λειτουργούσε σαν απόλυτος καταλύτης και οι άνθρωποι θα το κυνηγούσαν σαν μαγεμένοι καταδικάζοντας την καθημερινότητά τους σε ταχύτατους και πιεστικούς ρυθμούς –αν αυτό σας θυμίζει κάτι.

Η φετινή παραγωγή ήταν φιλόδοξη και η διοργάνωση δεν έκρυψε ότι είχε μεγαλύτερη «άπλα» σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Αυτό φάνηκε τόσο από το αρκετά πιο πλούσιο, εξεζητημένο και γεμάτο σκηνικό, τα ελευθεριάζοντα κοστούμια, όσο κι από τα πυροτεχνικά εφέ με βεγγαλικά στο φινάλε, που ντόπαραν το εορταστικό κλίμα και τη μεγαλοπρέπεια του θεσμού. Ο σκηνοθέτης εστίασε περισσότερο στη μουσική και τον ρυθμό, με την παράσταση να χωλαίνει αισθητά στα πιο χαμηλότονα μέρη, αλλά το λυρικό δυναμικό να αίρεται στο ύψος των μουσικών περιστάσεων.

Υπό το φως το εξαγγελιών για απορρόφηση του φορέα από το υπό δημιουργία Ίδρυμα Πολιτισμού Πάφου, είδαμε φέτος για πρώτη φορά τη Συμφωνική Ορχήστρα να συμμετέχει υπό την μπαγκέτα του καλλιτεχνικού της διευθυντή. Ο Γενς Γκέοργκ Μπάχμαν δίνει γενικότερα την εντύπωση ότι πασχίζει κόντρα σε πολλές αντιξοότητες να ωθήσει τη ΣΟΚ στη νέα της εποχή. Δεν θα έπρεπε να διαμαρτυρόμαστε γι’ αυτό, το σύνολο δεν έχει άλλο τρόπο να αλλάξει επίπεδο από το ν’ αποκομίζει εμπειρίες από μεγάλες διοργανώσεις.