Λάθη του σήμερα μπορεί να γίνουν τα σωστά του αύριο. 

Υπάρχουν αρκετά ζεύγη ρημάτων στα Ελληνικά τα οποία, εξαιτίας ετυμολογικής ή καμιά φορά και ακουστικής συγγένειας χρησιμοποιούνται από το μέσο ομιλητή για να σημάνουν το ίδιο πράγμα, όμως διαφοροποιούνται σημασιολογικά ή υφολογικά. Στη δεύτερη, μάλιστα, περίπτωση, όταν δηλαδή η διαβάθμιση της χρήσης σχετίζεται με στιλιστικές διαφορές, όπου το ρήμα σημαίνει στην πραγματικότητα το ίδιο πράγμα, είναι ακόμα δυσκολότερη η διάκριση.

Ας δούμε δυο σχετικά παραδείγματα· λέμε λ.χ. «απολαμβάνω τον καφέ μου», αλλά «απολάβω εμπιστοσύνης, εκτίμησης, φιλίας, τιμών». Στην πρώτη περίπτωση, το ρήμα σημαίνει ότι «μου αρέσει», ενώ στη δεύτερη «είμαι αποδέκτης» της τιμής, της εκτίμησης κ.λπ. Και τα δύο αυτά ρήματα προέρχονται από την Αρχαία και ήδη το απολαμβάνω συντασσόταν με αιτιατική (επομένως όχι *απολαμβάνω της εμπιστοσύνης, αλλά απολαμβάνω την παρέα σου), ενώ το απολάβω με γενική (δεν λέμε, έτσι, *απολάβω την τιμή, αλλά απολάβω της προτίμησης[1]). Εξού και η γραφή του ουσιαστικού «απολαβή» (συνηθέστερα: απολαβές), που ορθογραφείται ασφαλώς με [β] και όχι με [ευ] (*απολαυή), αφού παράγεται από το απολαμβάνω και όχι το απολαύω.

Μια άλλη περίπτωση είναι το ζεύγος καυστηριάζω-καυτηριάζω. Κανονικά το ρήμα είναι «καυτηριάζω» (από το καυτήριον = το πυρωμένο σίδερο, που χρησιμοποιείται για το κάψιμο των ιστών του σώματος), που σημαίνει ακριβώς τον ιατρικό όρο, αλλά έχει μεταφορικά και την έννοια του «επικρίνω με δριμύτητα».

Παράλληλα, χρησιμοποιείται καταχρηστικά (στην Κύπρο) και ο τύπος καυστηριάζω, παραγόμενος προφανώς από το ουσιαστικό καυστήρ (=ο καυστήρας), που είναι εργαλείο καυτηριάσεως.

Ιδού, λοιπόν, τι συνέβη: Μέσα από τη συνεχή χρήση και επειδή η γλώσσα τείνει να καταργεί ή να οδηγεί σε αχρηστία λέξεις που έχουν ακριβή συνώνυμα με ευρύτερη επίδοση ή να τους αποδίδει διαφορετική χρήση, το καυστηριάζω κατέληξε να χρησιμοποιείται όταν η αναφορά είναι στον ιατρικό όρο, ενώ το καυτηριάζω όταν ομιλούμε μεταφορικά, επικρίνοντας σφοδρά μια συμπεριφορά.

Και πάλιν, όμως, τέτοιες υφολογικές παρατηρήσεις μπορεί να αποδειχθούν ανακριβείς αν δεν υποστηριχθούν στατιστικά.

Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η γλώσσα είναι αυτή που διαμορφώνει σημασιολογικές αποκλίσεις μεταξύ των λεξημάτων, πως δεν υπάρχει τίποτε το αμετάβλητο σ’ αυτήν τη διαδικασία και πως ακόμα παραπάνω, κατά πως παρατηρεί ο σοφός ελληνιστής Peter Mackridge «τα λάθη του σήμερα μπορεί να γίνουν τα σωστά του αύριο».

[1] Ο αστερίσκος (*) ισοδυναμεί με αντιγραμματική πρόταση, δηλαδή με πρόταση που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από τον φυσικό ομιλητή μιας γλώσσας ως ορθή γραμματικά.