«Ένας γέρος, μια θάλασσα» της Μαρίας Χρυσάνθου από το Θέατρο Αντίλογος, σε σκηνοθεσία Αλεξίας Παπαλαζάρου. 
Το φαινόμενο -ο τυφώνας καλύτερα- «Μιχάλης Παπαδόπουλος» που «σάρωσε» ειδικά φέτος τις κυπριακές θεατρικές σκηνές με τις ποικίλες δραματουργικές του προτάσεις, ίσως έδωσε την ψευδαίσθηση ότι διάγουμε μια περίοδο αποδοχής και καταξίωσης του κυπριακού θεατρικού λόγου. Όμως δεν είναι έτσι. Χωρίς να λέω ότι επιστρέψαμε στα χρόνια της ένδειας, η δική μου αίσθηση είναι ότι στη παρούσα φάση το μετέωρο πόδι που έμεινε στον αέρα μετά την τεράστια ώθηση που έδωσε το πρόγραμμα PLAY, έχει αρχίσει να κουράζεται καθώς περιμένει εναγωνίως το επόμενο βήμα.
 
Απότοκο του PLAY ON! είναι και το έργο της Μαρίας Χρυσάνθου «Ένας γέρος, μια θάλασσα», με την τρίτη διοργάνωση να έχει επίσης οδηγήσει στο σανίδι το «Χώμα» της Μελίνας Παπαγεωργίου. Δύο στα έξι έργα δηλαδή, που ανέβηκαν σε διάστημα δύο χρόνων. Δεν είναι «συγκομιδή» για ν’ ανοίξουμε και σαμπάνιες. Δεν γνωρίζω αν η Χρυσάνθου, για χρόνια δημοσιογράφος, αναλύτρια και στενή παρατηρήτρια του μεσανατολικού ζητήματος, φιλοδοξεί να δώσει συνέχεια και να καταξιωθεί ως θεατρική συγγραφέας. Μπορώ όμως να μαντέψω ότι δεν ήταν αυτό το κίνητρό της όταν έγραψε το έργο, όταν το υπέβαλε για επεξεργασία στο πρόγραμμα πριν το δει τελικά να βρίσκει τον δρόμο για τη σκηνή.
 
Η ίδια παραδέχεται ότι ήθελε να μοιραστεί ένα μήνυμα. Πολύ συγκεκριμένο, αλλά και πανανθρώπινο. Εκκινεί από την κατάσταση πραγμάτων, τις συνθήκες διαβίωσης στη «μεγαλύτερη υπαίθρια φυλακή του κόσμου», τη Λωρίδα της Γάζας, συμπλέκοντας το περίφημο έργο του Χέμινγουεϊ «Ο γέρος και η θάλασσα» με πραγματικές, δραματικές ιστορίες εγκλωβισμένων.
 
Αν ήθελε απλώς να ενημερώσει το ευρύ κοινό για την κατάσταση στη Γάζα και το διεθνές δίκαιο που έχει γίνει φύλλο και φτερό, για τον αποκλεισμό, τους βομβαρδισμούς, το τεχνητό καθεστώς υποσιτισμού που έχει επιβάλλει ο σύμμαχός μας, το Ισραήλ, θα μπορούσε να συνεχίσει να το κάνει δημοσιογραφώντας. Το μήνυμα, όμως, είναι μια διακήρυξη ελπίδας. Ακολουθώντας τον Χέμινγουεϊ, διατυπώνει τη θέση ότι η ζωή, εκτός από μια υπόθεση επιβίωσης, είναι ένας αέναος αγώνας αναζήτησης της αξιοπρέπειας, ακόμη και υπό τις πιο ακραίες συνθήκες. Μάλιστα, το νόημα και το κίνητρο για τη ζωή βρίσκεται ακριβώς εκεί: στην ολοκληρωτική προσήλωση του ανθρώπου σ’ αυτόν τον επίπονο αγώνα.
 
Σε αντίθεση με τον Σαντιάγο του Χέμινγουϊ, ο ψαράς της Γάζας δεν έχει καν τη δυνατότητα να βγει στ’ ανοιχτά να ψαρέψει. Είναι καταδικασμένος να υπομένει το μαρτύριο της Γάζας, να ζει καθημερινά ενάντια σε μια συστηματική επιχείρηση ταπείνωσης, απομόνωσης και κατακερματισμού του λαού του. Ο Χέμινγουεϊ, βέβαια, κατέθεσε μια λαγαρή ρεαλιστική αλληγορία με πολλές στρωματώσεις, ενώ η Χρυσάνθου υπερθεμάτισε εντάσσοντας πραγματικές μαρτυρίες, γεγονός που δημιουργεί προσκόμματα σε μια δυνητικά βαθύτερη αφήγηση.
 
Η συγγραφέας είχε πάντως την τύχη να συναντηθεί με την Αλεξία Παπαλαζάρου, έναν άνθρωπο που αφενός περιέβαλε με στοργή όσο λίγοι την ιδέα του PLAY και αφετέρου επέλεξε με το Θέατρο Αντίλογος να περατώσει μια τριλογία αφιερωμένη στο δράμα της Μέσης Ανατολής: «Λιοντάρια», «Τα παιδιά της Γάζας», «Ένας γέρος, μια θάλασσα». Μιλάμε δηλαδή για μια συνάντηση σχεδόν νομοτελειακή.
 
Η σκηνοθέτις, με ασκητική προσήλωση στο ουσιώδες, εναπόθεσε τους πέντε παράλληλους μονολόγους σ’ ένα ενιαίο και στιβαρό δραματουργικό όχημα, το οποίο ήξερε ακριβώς προς τα πού κινείται. Ευτύχησε να έχει τον Λάκη Γενεθλή σε οιστρήλατη δημιουργική διάθεση, με το σκηνικό και τα κοστούμια να αποκτούν μια σχεδόν σκηνοθετίζουσα λειτουργία. Οι πέντε ηθοποιοί έπαιζαν με τέτοια πειθαρχία και συγκέντρωση που δεν άφηναν περιθώρια αμφισβήτησης για την πίστη τους στους στόχους της παράστασης. Καλά γυμνασμένοι υποκριτικά, επέτρεπαν τη συμπόρευση της ρεαλιστικής ταυτότητας του έργου με τις υπόλοιπες, υπαρξιακές και πολιτικές, αποχρώσεις.
 
Όσο για τον ψαρά, προσωπικά είχα να δω τον Κούλλη Νικολάου να παίζει σοβαρά θεάτρο σχεδόν 15 χρόνια. Από την εποχή του Σατιρικού. Και μη με «διορθώσει» κανείς, αναφέροντας τους «Μπαμπάδες με ρούμι» ή τον «Οιδίποδα Τύραννο»…