Παναγιώτης Νικολαΐδης, Η Γενιά της Κατοχής και της Αφθονίας, Λευκωσία, Διόραμα, 2018.
Από την επισκόπηση της κυπριακής εκδοτικής παραγωγής, όχι μόνο των τελευταίων ετών αλλά και παλαιότερων, διαπιστώνεται ότι η λογοτεχνική κριτική υστερεί ποσοτικά, σε σύγκριση με την ποίηση και την πεζογραφία. Το γεγονός αυτό είναι βέβαια ευεξήγητο, αν ληφθεί υπόψη ότι η κριτική προϋποθέτει ευρεία λογοτεχνική παιδεία, ενημέρωση για τις νέες τάσεις σε τοπικό και διεθνές επίπεδο, μαθητεία στη θεωρία της λογοτεχνίας και συγγραφικό μόχθο. Από την άλλη, η άξια του ονόματός της κριτική ταυτίζεται με την εκφορά αξιολογικών κρίσεων, οι οποίες συχνά συντελούν σε σύγκρουση μεταξύ κρίνοντος και κρινομένου. Οι παράγοντες αυτοί –και αναμφίβολα και πολλοί άλλοι– επηρεάζουν ανασταλτικά την περαιτέρω ανάπτυξη της λογοτεχνικής κριτικής στην Κύπρο (παρά τις λίγες εξαιρέσεις αξιόλογων κριτικών).
Ένας από αυτούς είναι ο φιλόλογος, ποιητής και κριτικός Παναγιώτης Νικολαΐδης, που εξέδωσε πρόσφατα (Μάιος 2018) το βιβλίο «Η Γενιά της Κατοχής και της Αφθονίας. 14 κριτικά κείμενα για τη σύγχρονη ποίηση στην Κύπρο μετά το ’90». Είχε προηγηθεί το 2016 η έκδοση της μελέτης του «Με λογισμό και μ’ όνειρο. Σκέψεις πάνω σε δύο ποιήματα και δύο δοκίμια του Θεοδόση Νικολάου». Η φιλολογική παιδεία του Νικολαΐδη (πτυχίο και μεταπτυχιακές σπουδές στη Βυζαντινή και Νεοελληνική Φιλολογία) και η δόκιμη θητεία του στον χώρο της ποίησης (εξέδωσε 5 ποιητικά βιβλία από το 2009 μέχρι το 2017) είναι οι βασικές συνιστώσες του συγκροτημένου κριτικού του λόγου. Γενικά στις κριτικές του αποτιμήσεις άλλοτε δεσπόζουν οι λεπτολόγες φιλολογικές παρατηρήσεις και άλλοτε οι διαπιστώσεις ή εισηγήσεις ενός ποιητή προς ομοτέχνους.

Τα γνωρίσματα αυτά εντοπίζονται τόσο στην Εισαγωγή όσο και στα 14 κριτικά κείμενα του βιβλίου «Η Γενιά της Κατοχής και της Αφθονίας». Στο εισαγωγικό του κείμενο ο Νικολαΐδης σχολιάζει τις απόψεις προγενέστερων μελετών γύρω από την κυπριακή ποίηση μετά το 1990 (Ζήρας, Παπαλεοντίου, Γαλάζης), καθορίζει τη σκοπιμότητα της συναγωγής των κριτικών του προσεγγίσεων σε έναν τόμο και στη συνέχεια επεξηγεί γιατί προέκρινε την επονομασία της Γενιάς των ποιητών του 1990 ως Γενιάς της Κατοχής και της Αφθονίας. Εντοπίζει βάσιμα τη ρήξη αυτής της Γενιάς με τις προηγούμενες ποιητικές Γενιές και επισημαίνει τη «γέννηση μιας νέας ποιητικής συνείδησης στηριγμένης σε διαφορετικά ποιητικά εφόδια και ψυχική διάθεση άλλη από τη γενιά της εισβολής» (σ. 11). Ακολούθως υποδεικνύει ότι οι προσδιορισμοί «της κατοχής και της αφθονίας» «αναφέρονται κυρίως στο ιστορικό, πολιτικό, και κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εμφανίστηκε και ανδρώθηκε η νέα ποιητική γενιά» (12).
Μολονότι ο όρος «Γενιά της Κατοχής και της Αφθονίας» κρίνεται εύστοχος, ενδεχομένως, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από τον Νικολαΐδη ή άλλους κριτικούς και άλλες εναλλακτικές επωνυμίες για την ποίηση της Γενιάς του 1990. Αυτό θα ήταν εφικτό, υπό την προϋπόθεση ότι τις επιμέρους κριτικές αποτιμήσεις συγκεκριμένων ποιητών θα ακολουθούσε μια συνθετική εργασία στην οποία θα αποκρυσταλλώνονταν με περισσότερη ακρίβεια και βάθος οι κοινές θεματικές και μορφολογικές τους τάσεις. Στην ίδια εργασία θα μπορούσαν να διερευνηθούν τα διαφοροποιητικά στοιχεία και να καθοριστούν επιμέρους τάσεις ή ομαδοποιήσεις ποιητών στο πλαίσιο της Γενιάς αυτής. Προφανώς, δεν έχουν ωριμάσει ακόμη οι συνθήκες για την εκπόνηση μιας συνθετικής αποτίμησης με τις πιο πάνω προδιαγραφές, που θα είναι εύλογο να επιχειρηθεί σε λίγα χρόνια.
Από τον ίδιο τον Π. Νικολαΐδη τονίζεται ότι με τη συναγωγή των 14 κριτικών κειμένων δεν εκπροσωπούνται στο βιβλίο του όλοι οι ποιητές της Γενιάς του 1990. (Στο βιβλίο κρίνονται ισάριθμα ποιητικά βιβλία των: Χριστιάνας Αβρααμίδου, Βάκη Λοϊζίδη, Γιώργου Καλοζώη, Πάμπου Κουζάλη, Αντώνη Γεωργίου, Γιάννη Ποδιναρά, Χριστόδουλου Καλλίνου, Γιώργου Χριστοδουλίδη, Λεωνίδα Γαλάζη, Αλεξάνδρας Γαλανού, Μιχάλη Παπαδόπουλου, Στέφανου Σταυρίδη, Κώστα Ρεούση και Ανδρέα Γεωργαλλίδη). Ωστόσο, η ενδεικτική αυτή παρουσίαση ποιητών της υπό εξέταση Γενιάς δεν μειώνει την αξία του βιβλίου του, δεδομένου ότι αυτό συνιστά μιαν αξιοσημείωτη συμβολή στη μελέτη της σύγχρονής μας ποίησης. Και αυτό γιατί, «συνομιλώντας» πρώτα με τις προηγούμενες μελέτες για το ίδιο θέμα, εγκαινιάζει, τώρα που ωρίμασαν οι συνθήκες, τον διάλογο γύρω από την κυπριακή ποίηση των τελευταίων δεκαετιών. Ο διάλογος αυτός αξίζει να έχει συνέχεια, έκταση και διάρκεια.
Και αν ο διάλογος δεν σημαίνει ταύτιση απόψεων, ακριβώς αυτό συμβαίνει και στον διάλογο που επιχειρεί ο Νικολαΐδης με τα κρινόμενα ποιητικά βιβλία. Και στα 14 κριτικά του κείμενα είναι εμφανές το γεγονός ότι ο συγγραφέας βασίζει τις εκφερόμενες απόψεις όχι μόνο στα βιβλία που κρίνει, αλλά και στο προγενέστερο ποιητικό έργο των συγγραφέων και επιχειρεί αξιολόγηση της εξελικτικής τους πορείας. Σημαντικό είναι δε και το γεγονός ότι ο εν λόγω κριτικός τολμά να εκφέρει και επιφυλάξεις ή ενίοτε και αρνητικές απόψεις, χωρίς να προκαλεί τους κρινόμενους ή τους αναγνώστες. Προφανώς η άξια του ονόματός της κριτική οφείλει να προβαίνει και σε αρνητικές κρίσεις, δεδομένου του αξιολογικού της χαρακτήρα. Και είναι γι’ αυτό που συμμεριζόμαστε την άποψη του Κώστα Ρεούση ότι το εν λόγω βιβλίο του Νικολαΐδη, με την ποιότητα και την τεκμηρίωση του κριτικού λόγου, «έρχεται ακριβώς στην ώρα του, θα έλεγε κάποιος, να θεμελιώσει το κενό που υπήρχε στην κριτική πρόσληψη της σύγχρονης ελληνικής κυπριακής ποίησης μετά το ’90» (περ. Το Πεζοδρόμιο 3 (Οκτ. 2018) 30).
Συνοψίζοντας, θεωρούμε το βιβλίο «Η Γενιά της Κατοχής και της Αφθονίας» μια αξιοσημείωτη συμβολή στην κριτική αποτίμηση της νεότερής μας ποίησης και προσυπογράφουμε την καταληκτική παραίνεση του Π. Νικολαΐδη προς άλλους κριτικούς να ασχοληθούν συστηματικά με την κυπριακή ποίηση και πεζογραφία (θα προσθέταμε και τη θεατρική γραφή) των τελευταίων τριών δεκαετιών (1990 κ.ε.). Μόνο με αυτό τον τρόπο θα δημιουργηθούν συνθήκες που θα ευνοήσουν την ανάπτυξη της λογοτεχνικής κριτικής, ως γόνιμης ανταλλαγής απόψεων και αξιολογικών κρίσεων γύρω από τη λογοτεχνία και όχι ως παράλληλων δογματικών μονολόγων.
Δρ Νεοελληνικής Φιλολογίας Πανεπιστημίου Κύπρου – Ποιητής
Δρ Νεοελληνικής Φιλολογίας Πανεπιστημίου Κύπρου – Ποιητής