Νίκος Κατσαλίδας: «Η χλόη της ανατριχίλας», εκδόσεις του Φοίνικα, 2017.
 
Η προμετωπίδα της νέας ποιητικής συλλογής του Νίκου Κατσαλίδα πιστεύω ότι συμπυκνώνει το όλον αισθητικό στίγμα του καταξιωμένου αυτού Βορειοηπειρώτη ποιητή: «Πρώρες να στήσουμε μεσίστιες σημαίες. / Αιώρες ν’ αρμενίσουμε εφηβικές σχεδίες. / Ώρες να κουρδίσουμε αρχαίες φόρμιγγες». (σελ. 9) Και εξηγούμαι: «Μεσίστιες σημαίες» γιατί ο ποιητής αντλεί θέματα και ερεθίσματα από τη θλίψη, την προσωπική του, αλλά κυρίως την εθνική, την πανεθνική θλίψη. «Εφηβικές σχεδίες» γιατί το κύριο αισθητικό του εργαλείο είναι οι μνήμες, παιδικές και εφηβικές. Από εκεί εφορμάται και επελαύνει επί της ιστορίας, της μυθολογίας και της σύγχρονης εποχής. Και «αρχαίες φόρμιγγες» διότι οι ιστορικές καταβολές είναι το κύριο και το πρώτιστο αγκωνάρι της ποίησής του. Από εκεί και πέρα, τα λογοπαίγνια: «Πρώρες – Αιώρες – Ώρες» είναι τα περίτεχνα κι ευφάνταστα στολίδια στην ποιητική κατάθεση του Ν.Κ., όπως έχει διαμορφωθεί και συνεχίζεται με συνέπεια και προσήλωση εδώ και δεκαετίες.
 
Ο ποιητής από την Άνω Λεσινίτσα ορμάται, το άσημο χωριουδάκι του, αλλά κατακτά τον όπου γης ελληνισμό. Την ίδια ώρα ξεκινά από το ελάχιστο αλλά απευθύνεται στο μέγιστο, βαδίζει χαμηλόφωνα, αλλά η φωνή του ακούγεται στεντόρεια.
Στη συλλογή «Η χλόη της ανατριχίλας» θεωρώ πως η ποίηση του Ν.Κ. έχει καταστεί ακόμη πιο παραδοσιακή, πιο δημώδης και πιο κλασική. Ο δεκαπεντασύλλαβος απαντάται σε όλες του τις παραλλαγές κι όλη του την ποικιλομορφία. Μέσα στη ρίμα βέβαια ελλοχεύουν και κίνδυνοι, παγίδες · να παρασυρθεί ο ποιητής σε παρεκκλίσεις, αισθητικές και θεματικές.
Συγκινητικό, ευχάριστο, ολόδροσο, υμνητικό, αλλά και με χιούμορ βρίσκω το ποίημα που αφιερώνει ο ποιητής στον εγγονό του που φέρει τ’ όνομά του: «Από χρυσάφι φεγγαριού και φάρα από ήλιο, / της αυτοκρατορίας μας αστράκι για υφήλιο. / Πριν γίνει η ενθρόνιση κρέμασε φυλαχτάρι, / οικόσημα του οίκου μας, χαλίκι και θυμάρι. / Η πρώτη σου εμφάνιση από τη βόρεια πύλη / της Άνω Λεσινίτσας μας, να γίνει ένα δείλι». (σελ. 26-27) Εδώ παρατηρούμε σύζευξη πολλών στοιχείων. Παράδοση, ιστορία, σύγχρονη εποχή, φυσιολατρία. Όλοι οι πυλώνες της ποίησης του Ν.Κ. απαντώνται μαζί.
 
Όλες οι ποιητικές συλλογές του Ν.Κ. έχουν αυστηρή θεματική αλλά και μετρική δόμηση. Η δε συμμετρία των ποιημάτων του είναι απόλυτη και καθολική. Θα χαρακτήριζα όλα τα ποιητικά βιβλία του ολοκληρωμένα αρχιτεκτονικά οικοδομήματα από κάθε άποψη και όψη.
 
Ο νόστος στην ποίηση του Ν.Κ. προσλαμβάνει διαστάσεις μαγικές, σαγηνευτικές, μυθικές. Είναι νόστος καθαρτικός, νόστος ενδοσκόπησης, αισθητικής και φυσιολατρικής καλλιέργειας. Μα είναι και νόστος με εθνικές, ιστορικές καταβολές. Τα σύμβολά του ποιητή είναι καθάρια, κρυστάλλινα, διαυγή και ολόφωτα: «Αν και βαρύς ο μισεμός φτάνει να υπάρχει Ιθάκη, / αρκεί να υπάρχει ουρανός, στην αγιασμένη δύση, / και στους προσανατολισμούς να ψάχνουμε λιγάκι, / να μας φλοισβίσει οριακά του γυρισμού η βρύση». (σελ. 31)
 
Όταν ο ποιητής συνομιλεί με τους γεννήτορές του, πατέρα ή μητέρα, είναι εξαιρετικός, συγκλονιστικός και πέρα για πέρα εύστοχος. Πχ στο ποίημα «Οι αλχημείες του Αλωνάρη», όπου αναφέρεται στην ημέρα της γέννησής του. Απευθυνόμενος στη μητέρα του, καταλήγει: «Μάνα, ο πρώτος θηλασμός, πού έγινε εκείνος, / στη ρώγα όπου άφησε ή που’ φαγε ο καρκίνος;» (σελ. 40)
 
Στην ποίηση του Ν.Κ. συνυπάρχουν χωρίς να αλληλοϋπονομεύονται αλλά, επί της ουσίας, αλλλοεπικουρούνται η εντοπιότητα και ο ελλαδοκεντρισμός. Ενδεικτικά τα λόγια του πατέρα προς τα παιδιά του: «Και η στερνή μου εντολή απάνω στη ζαλάδα: / όπου πατούν τα πόδια σας να γίνεται Ελλάδα». (σελ. 44)
 
Συγκλονιστικό βρίσκω το ποίημα «Θέματα ιθαγένειας» (σελ. 54) που εξελίσσεται σαν θεατρικό δρώμενο. Σε αυτό ο ποιητής επικαλείται τον Κώστα Κρυστάλλη, προκειμένου να τεκμηριώσει την ελληνική ιθαγένειά του ενώπιον αστυνομικής περιπόλου στην Ομόνοια.
 
Ο χώρος και ο χρόνος στην ποίηση του Ν.Κ. διαδραματίζουν τεράστια σημασία: «Κρώζουν τριγύρω σε γκρεμούς ατίθασα γεράκια,/ και στα φτερά ο σταυραετός τον ουρανό σηκώνει. / Κι ο χώρος, χάος γίνεται, σωριάζεται στα βράχια, / και σε φτερούγες γυπαετών ο χρόνος είναι σκόνη». (σελ. 75) Εδώ βλέπουμε ότι αμφότερες οι έννοιες έχουν κάτι το αέρινο και συνάμα κάτι το ουράνιο, που πάει να πει ότι ο ποιητής προσλαμβάνει και τις δύο σε μια τεράστια ανοικτοσύνη.
 
Τέλος, θα ήθελα να σημειώσω ότι μια από τις πλέον προσφιλείς υποθεματικές του Ν.Κ. είναι το λυκόφως της ζωής. Ο ποιητής υμνεί τα βαθιά γεράματα με δέος και βαθύ σέβας. Κλείνει ευλαβικά το γόνυ μπροστά στο γήρας: « Φεύγουνε τώρα μια τη μια οι άμοιρες γριές μας, / και ροβολούν καμπουριαστές άυλες στο ποτάμι. / Σάμπως από εικονίσματα, βγήκανε οι αγιές μας. / Σπεύδουνε να πλαγιάσουνε γιατί’ χαν αποκάμει». (σελ. 150)