Γκιουρκέντς Κορκμαζέλ: «Η τελευταία ημέρα του Αρθούρου Ρεμπώ στο νησί», εκδόσεις Βακχικόν 2017.
Ο Γκιουρκέντς Κορκμαζέλ είναι ένας από τους σημαντικότερους, ίσως ο σημαντικότερος Τ/κ ποιητής της γενιάς του. Γεννήθηκε το 1969 στο χωριό Σταυροκόννου της Πάφου κι έχει ήδη στο ενεργητικό του έξι ποιητικές συλλογές και δυο συλλογές διηγημάτων. Η ποίησή του συνιστά ένα κράμα εντοπιότητας και πολυπολιτισμικότητας τα δε εκφραστικά του μέσα διακρίνονται για τον μοντερνισμό και τον ριζοσπαστισμό τους.
Ποιήματά του – δείγματα υψηλής αισθητικής στάθμης αλλά και ιδιαίτερου ενδιαφέροντος ελέω θεματικής – έχουν μεταφραστεί, κατά καιρούς, από διάφορους, κυρίως Ε/κ ποιητές και μελετητές. Ωστόσο, για πρώτη φορά έχουμε στα χέρια μας μια ανθολόγηση στα ελληνικά του συνολικού έως τώρα ποιητικού του έργου. Κι αυτό μας γεμίζει με ικανοποίηση και χαρά. Γιατί αξίζει να γίνει κοινωνός του έργου του το ευρύ ελληνικό και ε/κ αναγνωστικό κοινό.
Στη σύντομη αυτή βιβλιοπαρουσίαση θα επικεντρωθώ στα κυπροκεντρικά, καθώς επίσης στα ερωτικά και τα αυτοαναφορικά ποιήματα του Κορκμαζέλ. Σημειώνω μόνο πως στο βιβλίο περιλαμβάνονται γύρω στα 80 ποιήματα. Έτσι, εκ των πραγμάτων, οι αναφορές μου θα είναι δειγματοληπτικές.
Το να ζεις στην Κύπρο να γράφεις ποίηση, αλλά να μην γράφεις πολιτική ποίηση, συνιστά ελιτισμό και σνομπισμό περιωπής. Όμως ο Γκ. Κ. δεν είναι τέτοιος ποιητής, είναι βαθύτατα πολιτικός, οραματιστής, ιδεολόγος και εμπνευσμένος από τα λαϊκά κελεύσματα, δημιουργός: «Ένας σκουριασμένος ιστός χωρίς σημαία / είναι η σημαία μας…», λέει σ’ ένα συναφές ποίημά του. Για να προσθέσει λίγους στίχους παρακάτω: «…ρουφάμε και φτύνουμε το δηλητήριο του εθνικισμού». (σελ. 47)
Ο Γκ. Κ. αντλεί πικρά διδάγματα από τη σύγχρονη κυπριακή ιστορία, με τις πολλές τραγωδίες και τα ποτάμια αίματος που την συνθέτουν, αλλά ζυμώνει όλα αυτά τα στοιχεία με το εκρηκτικά ελπιδοφόρο μείγμα του οράματος για ένα καλύτερο μέλλον σε τούτο το νησί. Το όραμά του μοιάζει ωστόσο να συνοδεύεται και από μια κραυγή αγωνίας και συνάμα διαμαρτυρίας: «Σαν τους ποιμένες που γέρνουν στα ραβδιά τους / Καθώς κοιτάζουν των αγρών το κυμάτισμα / Καθώς κοιτάζουν τη Μεσαορία / Έλα, ας πολλαπλασιάσουμε τη ζωή / πάνω στους νεκρούς μας, τόσο θρεπτικούς σαν τη κοπριά». (σελ. 60)
Ωστόσο, αυτή η πίστη στο καλύτερο αύριο, στιγμές – στιγμές, μοιάζει να κλονίζεται. Και η πίκρα, η απογοήτευση, επιπλέουν: «Μπορεί οι γεροντότεροι ακόμα να μυρίζουν γιασεμί / Μα εγώ αισθάνομαι μονάχα τη στρατιωτική μυρωδιά του ιδρώτα». (σελ. 62)
Ο Γκ. Κ. βλέπει το γενέθλιο τόπο του, το ημιορεινό χωριό Σταυροκόννου, ως ένα σημείο αναφοράς για την ολική Κύπρο – πατρίδα όλων των παιδιών της: «Το χωριό αφέθηκε να κρέμεται στον γκρεμό / έτοιμο να πηδήξει / αν δεν γυρίσουν όσοι έφυγαν». (σελ.67)
Γενικά όλοι οι πολιτικοί στίχοι του Κορκμαζέλ είναι στην ουσία κυπροκεντρικοί και υπηρετούν το όραμα της ειρήνης και της επανένωσης. Δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα: α) «Το τείχος που έχετε υψώσει με υποψία και φόβο για σαράντα χρόνια,… / Το τείχος σας είναι παιδί σας, ήδη νεκρό!» (σελ. 85) και β) «…όταν και ο τελευταίος δολοφόνος έχει πεθάνει / Και έχουν ξεθαφτεί τα κόκκαλα του τελευταίου αγνοούμενου / Μόνο τότε θα ενωθεί ξανά ετούτο το νησί…» (σελ. 90)
Τα ερωτικά ποιήματα του Κορκμάζελ θα τα χαρακτήριζα ιδιαίτερα «σαρκώδη», καθώς διακρίνονται από μια νεανική σφριγηλότητα κι ένα έντονο αισθησιασμό: «Όταν κάνω έρωτα είναι χωρίς αναστολές / …Έτσι όπως τρίβει τη βιόλα το δοξάρι / Και ρέει η μουσική απ’ τη ζεστή της σάρκα – έτσι ακριβώς!» (σελ. 28)
Πάντα οι ερωτικοί στίχοι του Γκ. Κ. έχουν μια ορμητικότητα και μια αρπαχτικότητα. Διακρίνονται, σχεδόν στην ολότητα τους, από μια εφηβική ενάργεια: «Εγώ και το σκουλαρίκι σου / να ονειρευόμαστε το λοβό του αυτιού σου / όπου κοιμόσουν χθες τη νύχτα» ή «Μη στεγνώσεις τις σταγόνες / απ’ τον αφαλό σου / κράτησε τες για μένα». (σελ. 70)
Από την άλλη, οι αυτοαναφορικοί στίχοι του ποιητή διαπνέονται από μια περιπαιχτική, σκωπτική διάθεση, ενώ διακρίνονται και για το χιούμορ τους. Ο Γκ. Κ. αρέσκεται να ενδίδει στο λυτρωτικό αυτοσαρκασμό: «Η παιδική μου ηλικία δε μου λείπει / καθώς επαναλαμβάνεται με τα παιδιά μου – / αλλά, Μητέρα, θα’ θελα πίσω εκείνο το κομμάτι / που μου πήρε ο σουνετζής / το καλοκαίρι του 1976…». (σελ. 74)
Οι εικόνες του Γκ. Κ εκτός από διαυγείς είναι και αδροκομμένες. Συχνά δε διακρίνονται και από ένα αυθεντικό, αφτιασίδωτο πρωτογονισμό: «Είμαι εδώ – / σαν μπουκάλι από κρασί με το φελλό του / πεσμένο μέσα – / αν κάποιος με σπρώξει / θα ανατραπώ και θα χυθώ». (σελ. 25)
Πολλά τα αυτοναφορικά στοιχεία στην ποίηση του Κορκμάζελ. Την ίδια ώρα, πολλοί και διάσπαρτοι και οι στίχοι ποιητικής, διατυπωμένοι άλλοτε με ευθύτητα και άλλοτε υπαινικτικά: «Γιατί οι τσακισμένοι ποιητές πρώτοι τρέχουν στο θάνατό τους». (σελ. 26)
Στιγμές – στιγμές θαρρώ πως η ποίηση του Γκ Κ. έχει κάτι από τον αυθάδικο, από τον μποέμικο αλλά συνάμα σοκαριστικό και προκλητικό λόγο του Μαγιακόφσκι: «Η αλήθεια έχει δύο χέρια / Την ίδια ώρα που το ένα πασχίζει να με στραγγαλίσει / Το άλλο χαϊδεύει τ’ αρχίδια μου». (σελ. 92)
Ολοκληρώνοντας αυτή την παρουσίαση θέλω να πω ότι συμμερίζομαι απόλυτα την επισήμανση της μεταφράστριας του Κορκμαζέλ Αγγελικής Δημούλη ότι στην ποίησή του παρατηρούμε «ένα είδος αφαιρετικής εντοπιότητας, δηλαδή ενώ εφορμάται από τον τόπο καταγωγής ή άλλοτε από τον τόπο διαμονής, κατορθώνει να μιλήσει για έννοιες αφηρημένες, για θέματα κοινωνικά και όλα τούτα διυλισμένα μέσα από μια οντολογική θεώρηση της πραγματικότητας στην οποίας το κέντρο βρίσκεται εν τέλει, η ανθρώπινη εμπειρία». (σελ. 118)