«Since She» του Δημήτρη Παπαϊωάννου: ιστορικής σημασίας (μεν) καλλιτεχνικό πείραμα (δε).
Όταν τον Μάιο του 2017 η Αδόλφη Μπίντερ αναλάμβανε τα ηνία του Χοροθεάτρου του Βούπερταλ όλοι γνώριζαν ότι αυτό σηματοδοτούσε τη σημαντικότερη στροφή της διάσημης ομάδας στη μετά-Πίνα Μπάους εποχή. Κι αυτό γιατί τόσο το δίδυμο των Ντομινίκ Μερσί- Ρόμπερτ Στουρμ που ανέλαβε αρχικά την καλλιτεχνική διεύθυνση, όσο κι ο Λουτς Φέρστερ που ακολούθησε το 2013 υπήρξαν στενοί συνεργάτες της Μπάους, μπολιασμένοι πλήρως με τους κώδικές της. Σε αντίθεση, δηλαδή, με τη γεννημένη στο Μπρασόβ της Ρουμανίας γερμανοθρεμμένη δραματουργό και σκηνοθέτρια.
Η Μπίντερ προσλήφθηκε ακριβώς για να γυρίσει τη σελίδα. Μια σελίδα η οποία έμοιαζε ασήκωτη από το ίδιο το βάρος του θρύλου μιας επιβλητικής περσόνας, η οποία μετατόπισε τον άξονα της ορχηστικής τέχνης και μεταμόρφωσε μια ολόκληρη βιομηχανική πόλη στην κοιλάδα του Βούπερ σε παγκόσμιο απάγκιο δημιουργικότητας. Έτσι, προσκάλεσε άλλους χορογράφους σ’ ένα πείραμα αλληλεπίδρασης με τη ζυμωμένη ομάδα, που έμοιαζε περιχαρακωμένη στην ίδια την ιδιόμορφη ταυτότητά της και προορισμένη να παρουσιάζει αποκλειστικά και αέναα το ιστορικό ρεπερτόριο της μεγάλης Φιλιππίνα.
Το φθινόπωρο του 2012 όταν διέσχιζα τη λεωφόρο Φρίντριχ Ένγκελς στο Μπάρμεν -τη γενέτειρα του συνοδοιπόρου του Μαρξ- και δρασκέλιζα το κατώφλι του Tanztheater Wuppertal για να παρακολουθήσω το «Two Cigarettes in the Dark», θυμάμαι να αισθάνομαι συνεχώς ένα φάντασμα να πλανιέται. Όχι του κομμουνισμού, αλλά μιας μικρόσωμης, μελαγχολικής χορογράφου με διαπεραστικό βλέμμα. Αυτό το φάντασμα κλήθηκε να «ξορκίσει» η Μπίντερ, εννιά χρόνια μετά τον θάνατο της Μπάους, σπάζοντας μια παράδοση 45 χρόνων.
Τα δύο νέα κομμάτια που προέκυψαν υπογράφουν ο Δημήτρης Παπαϊωάννου κι ο Νορβηγός Άλαν Λουσιέν Έγιεν και πρωτοπαρουσιάστηκαν αντίστοιχα τον περασμένο Μάιο και Ιούνιο. Η εποχή Μπίντερ δεν κράτησε παρά μόλις 14 μήνες, αφού τον Ιούλιο απολύθηκε κακήν κακώς. Όμως η ιστορία έγραψε.
H Αθήνα και η Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση ήταν ο δεύτερος σταθμός της προγραμματισμένης περιοδείας του «New Piece I» στις τέσσερις συμπαραγωγούς πόλεις, μετά το Άμστερνταμ και πριν το Λονδίνο (τον ερχόμενο Φεβρουάριο) και το Παρίσι (τον ερχόμενο Ιούλιο). Αυτή τη φορά δεν ένιωσα κάποιο «φάντασμα» να πλανιέται. Κι όποιος περίμενε μια ανοιχτή μίμηση του μπαουσικού πνεύματος ήταν καταδικασμένος να απογοητευτεί όσο και κάποιος που περίμενε μια νέα φιλόδοξη πρόταση, αυστηρά εγκλεισμένη στον γραφικό χαρακτήρα του Παπαϊωάννου. Για τον ίδιο ήταν επίσης μια πρωτόγνωρη συνθήκη, αφού ποτέ πριν δεν είχε συνδημιουργήσει με άλλο ανσάμπλ. Ήταν έξω από νερά του κι είχε στη διάθεσή του έμψυχο υλικό που δεν διάλεξε, σφυρηλατημένο σε μια απαιτητική σκυταλοδρομία μεταλαμπάδευσης μιας βαριάς κληρονομιάς.
Έτσι, δεν είναι απλώς αναμενόμενη η αίσθηση ασυνδετότητας, η έλλειψη δραματουργικής πυκνότητας και ρυθμού, αλλά ίσως και θεμιτή. Ο Παπαϊωάννου δεν επιδιώκει να σπάσει τον γενετικό κώδικα που ξεκλειδώνει τις καταβολές του TWPB. Δεν επιχειρεί να παντρέψει τις σκηνικές γλώσσες, ούτε να τις αντιπαραθέσει. Φαινομενικά, στέλνει ένα «ευχαριστήριο γράμμα» στην Πίνα με αναφορές σε σκηνές ανθολογίας, όπως οι μυθικές μελανές καρέκλες του «Café Müller» που χρησιμοποιεί σαν γέφυρα ανάμεσα σε δύο παράλληλα δημιουργικά σύμπαντα.
Κυρίως, όμως στέλνει ένα γράμμα στον ίδιο του τον εαυτό. Με θέμα τις επιρροές του από τη Γερμανίδα χορογράφο, αλλά και την ιστορία της τέχνης από την Αναγέννηση μέχρι τον Τσαρούχη, από τον Μπαχ μέχρι τον Τομ Γουέιτς κι από τον Ταρκόφσκι μέχρι τον Ρόμπερτ Ουίλσον. Δεν πρόκειται για μια πρόταση- φόρο τιμής στην Πίνα, αλλά σε όσα σήμαινε για τον ίδιο.
Είναι χαρακτηριστικό π.χ. ότι τα ταξίμια του αείμνηστου Κύπριου βιρτουόζου του μπουζουκιού Χρήστου Κωνσταντίνου, ή τα μινόρε της Μαρίκας Παπαγκίκα και οι πνευστές νότες του Μάνου Αχαλινωτόπουλου που ακούγονται στην παράσταση δεν προσπαθούν να αντιφωνήσουν με το στανιό τον Βάγκνερ, τον Μάλερ και τον Χατσατουριάν, αλλά να πλάσουν ένα ψηφοθέτημα από επιμέρους, εσωτερικά ενθυμητικά τοπία.
Ο τίτλος της παράστασης «Since She» προέρχεται από το γερμανικό «Seit Sie», με το sie να αποτελεί μια περίπλοκη αντωνυμία που σημαίνει ταυτόχρονα «αυτή», «αυτοί», «εσείς». Θα μπορούσε όμως να είναι «Since I», υπό την έννοια ότι κατέληξε στην πιο προσωπική δουλειά του. Κι αυτό διότι δεν προσπάθησε να ξορκίσει κάποιο φάντασμα, αλλά έπραξε κατά τον δαίμονα εαυτού.