Ν. Αναξαγόρου – Λ. Παπαλεοντίου: Βασίλης Μιχαηλίδης, εικαστικές και ποιητικές προεκτάσεις, έκδοση Δήμου Λεμεσού, 2018.
 
Τους εικαστικούς αλλά και τους ποιητικούς απόηχους του έργου του Βασίλη Μιχαηλίδη στις γενιές των Κυπρίων δημιουργών που ακολούθησαν ως τις μέρες μας, πραγματεύεται το ευμέγεθες και άρτιο εκδοτικά βιβλίο που εξέδωσε ο Δήμος Λεμεσού το 2018. Εκ παραλλήλου και ταυτόχρονα, στο βιβλίο παρουσιάζονται και έργα, ποιητικά και εικαστικά, όπου η μορφή και το έργο του εθνικού μας ποιητή θεματοποιούνται.
 
Η μελέτη των εικαστικών προεκτάσεων του Β.Μ. ανήκει στη Νάτια Αναξαγόρου και των ποιητικών στον Λευτέρη Παπαλεοντίου. Στο πρώτο μέρος του βιβλίου παρουσιάζονται 60 ζωγραφικά και εικαστικά έργα 27 καλλιτεχνών, με εισαγωγή – ανάλυση της Ν. Αναξαγόρου, έκτασης 29 σελίδων. Το δεύτερο μέρος του βιβλίου περιλαμβάνει 57 ποιήματα 50 ποιητών. Η εμπεριστατωμένη εισαγωγή – ανάλυση του Λ. Παπαλεοντίου εκτείνεται σε 15 σελίδες.
 
Ως παντελώς αδαής περί των εικαστικών τεχνών, θα περιοριστώ σ’ έναν εντελώς στοιχειώδη σχολιασμό και στην παράθεση συναφών πληροφοριών. Η ανάλυση της Ν. Αναξαγόρου είναι στοιχειοθετημένη, εύληπτη, άρτια δομημένη και ιδιαιτέρως διαφωτιστική. Αρκεί μόνο να αναφέρω τα κεφάλαια που την απαρτίζουν: α) Η εκκλησιαστική εντρύφηση του Βασίλη Μιχαηλίδη και οι εικαστικές της προεκτάσεις, β) Δύο φωτογραφίες του Β.Μ. και οι εικαστικές τους προεκτάσεις, γ) Η αθυρόστομη ποίηση του Β.Μ. και οι εικαστικές της προεκτάσεις, δ) «Η Ανεράδα» και οι εικαστικές της προεκτάσεις, ε) Οι εικαστικές προεκτάσεις της «9ης Ιουλίου 1821» και της «Χιώτισσας». Από το εικαστικό έργο του ίδιου του εθνικού μας βάρδου πρέπει να πω ότι με εντυπωσίασαν δύο πίνακες που περιλαμβάνονται στο βιβλίο, το πορτρέτο του θείου του ποιητή Κυπριανού Οικονομίδη (σελ. 56), καθώς και η «Αγία οικογένεια», (σελ. 57) κυρίως για τη φωτεινότητα που εκβάλλει.

Από εκεί και πέρα ιδιαίτερη μνεία θα ήθελα να κάμω στην ευρέως γνωστή ζωγραφική απεικόνιση της «9ης Ιουλίου» από τον Γιώργο Μαυρογένη, (σελ. 108-110) καθώς και στο εμβληματικό πορτρέτο του Β.Μ. από τον χαράκτη Χαμπή Τσαγγάρη, (σελ. 70) αλλά και τα χαρακτικά για την «Ανεράδα» (σελ. 81-91) από τον ίδιο. Ξεχώρισα επίσης τον πίνακα του Σπύρου Δημητριάδη «Η αποθέωση του Βασίλη». (σελ. 101)

 
Περνώντας στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, το ποιητικό, σταχυολογώ μερικές από τις πολύ καίριες επισημάνσεις του Λ. Παπαλεοντίου όπως ότι «…πρώτος ο Β. Μιχαηλίδης, τρεις αιώνες ύστερα από τους άγνωστους κύπριους δημιουργούς των πετραρχικών ποιημάτων του 16ου αιώνα, ανέδειξε το προφορικό γλωσσικό ιδίωμα της Κύπρου σε ποιητική γλώσσα υψηλής στάθμης». (σελ. 129)
 
Ο ίδιος μελετητής χαρακτηρίζει βάσιμα την «Ανεράδα» ως «το αγαπημένο ποίημα των νεότερων ποιητών» του τόπου μας, ενώ την αξιολογεί και ως «το κορυφαίο ιδιωματικό ερωτικό ποίημα όλων των εποχών». (σελ. 136-137) Ακόμη μια εύστοχη παρατήρηση του Λ. Παπαλεοντίου έχει να κάμει με την επισήμανση ότι «η πατριωτική ποίηση του Β. Μιχαηλίδη αποδεικνύεται επίκαιρη όσο το πολιτικό πρόβλημα της Κύπρου παραμένει άλυτο, ιδίως ύστερα από την τραγωδία του 1974». (σελ. 140)
 
Από τους 50 ανθολογούμενους ποιητές θα αρκεστώ να παραθέσω κάποια ενδεικτικά παραδείγματα όπου ο εθνικός μας ποιητής θεματοποιείται. Πχ στο ποίημα του Παύλου Λιασίδη με τίτλο «Ο πρωταρκάτης» που ξεκινά με τους στίχους: «Εσού που πρωτοξόρκιασες μιαν γην με τόσους κόπους, / τζ’ εψήθην’ που τον νήλιον σου καλά τζ’ ενόστεψες την, / τζ’ εντόπια φύτεψες φυτά τζ’ άλλα που ξένους τόπους, / ‘που κόλασην παράδεισον ετσ’ εκατάντησες την». (σελ. 151)
 
Αναλόγου πνοής είναι και το ποίημα του Δημήτρη Ττάκκα, που απευθυνόμενος στον Β.Μ., λέει: «…έφηκες φως αφτούμενον να μεν το σβήνν’ αέρας, / να’ ρκουνται τα τσιράκκια σου ν’ άφτουσιν το τζερίν τους». (σελ. 157)
 
Αλλά και ο οργισμένα χειμαρρώδης Κώστας Βασίλειου, σ’ ένα ποίημα δοκίμιο και συνάμα ποίημα – κατηγορητήριο, καταλήγει: «Θέλω να πω θκειε μου Βασίλη / Βασίλη βασιλέα μου / Φέγγος των αμμαθκιών μου · / κανένας ‘εν σε δκιαβάζει · / κανένας ‘εν σε σκαμπάζει · / κανένας εν σε σαϊτίζει / κανένας ‘εν σε πεϊντίζει / κανένας – ποιος τους καταρκάζεται / κανεί που έγραψες τ’ αθάνατα ποιήματά σου / τα βαρβάτα / στα ζωντανά σου τα ρωμαίκα τ’ αμολόητα / τ’ αρτζάτα». (σελ. 165)
 
Αξιοσημείωτο είναι ότι νεότεροι και παλαιότεροί Κύπριοι ποιητές, απευθυνόμενοι στον Β. Μιχαηλίδη, επιχειρούν να του μιλήσουν στη γλώσσα του, με τη γλώσσα του. Έστω κι αν το έργο των ιδίων είναι, στις πλείστες των περιπτώσεων, γραμμένο στη δημοτική. 
 
Από τους νεότερους ανθολογούμενους ποιητές ξεχώρισα τον Κυριάκο Αναγιωτό και το ποίημα του «Στ’ αγνάρκα του» (σελ. 198) για την παραστατικότητα, τη θεατρικότητα και τους συμβολισμούς του. Αλλά και για τις χυμώδεις κυπριακές του εκφράσεις και την καίρια σηματοδότηση του αισθητικού στίγματος του εθνικού μας βάρδου.