Ντίνα Κατσούρη: «Το παγκάκι», εκδόσεις Άνευ, 2017.
Η θλίψη της Ντίνας Κατσούρη για την απώλεια του συντρόφου της στη ζωή και τη δημιουργία, σημαντικού λογοτέχνη και μελετητή των κυπριακών γραμμάτων Γιάννη Κατσούρη, απαντάται και σε προηγούμενες ποιητικές συλλογές της, στις δύο που μεσολάβησαν μετά την εκδημία του. Και αναφέρομαι στις συλλογές «Πενήντα παρά μία ανατροπές» (2011) και «Ποδοσφαιρικά». (2013) Η τελευταία συλλογή της όμως «Το παγκάκι», (2017) στην οποία θα αναφερθώ μ’ αυτό το σημείωμα, είναι εξολοκλήρου αφιερωμένη σ’ αυτή την απώλεια. Και τα 38 ποιήματα της συλλογής σ’ αυτή την απώλεια αναφέρονται, αυτή την απώλεια θεματοποιούν. Αυτή η απώλεια, όσο περνά ο καιρός, βιώνεται πολύπλευρα, ποικιλότροπα. Και όσο κι αν απαλύνεται η οδύνη με το πέρασμα του χρόνου, η ίδια η απώλεια διευρύνεται και μεγιστοποιείται.
Από το πρώτο κιόλας ποίημα της συλλογής βλέπουμε όλη την φύση να θρηνεί την απώλεια του Γιάννη. Όλο το αγαπημένο τοπίο που τους περίβαλλε μαζί, συμμετέχει στην οδύνη της Ντίνας. Μόνο η θάλασσα, η πλέον αγαπημένη του Γιάννη, μένει ήρεμη λες και την άγγιξε το αγαπημένο του χέρι. Το ποίημα ελαύνεται από τη δημοτική μας παράδοση, όπου η φύση στέκεται πάντα αρωγός στο θρήνο μας και συμμέτοχος στη χαρά μας: «Τα παγκάκια / γύρισαν την πλάτη / στη θάλασσα. / Τα ψάρια / αυτομόλησαν στη στεριά. / Οι βουκεμβίλιες / αρνούνται να αναρριχηθούν… / …Μόνο κατά ένα περίεργο τρόπο / η θάλασσα / ήταν απόλυτα ήρεμη / λες και την είχε χαϊδέψει /ένα αγαπημένο χέρι». (σελ. 7)
Η Ντ. Κ. προσωποποιεί και αναδεικνύει συμβολιστικά, μεταφορικά, αλληγορικά ή άλλως πως όλα τα τοπία, ακόμα και όλα τα αντικείμενα που αγαπούσε ο Γιάννης. Το παγκάκι, το κύριο θεματικό μοτίβο σε ολόκληρο το βιβλίο, αντιστέκεται, αντιδρά, επαναστατεί γιατί απάνω του συμπυκνώνεται όλο το έργο των τελευταίων χρόνων του βίου του Κατσούρη: «Κάθε που το πλησιάζουν οι εργάτες / από το κάθισμα και την πλάτη του / ξεπηδούν χιλιάδες σελίδες / και χιλιάδες γραμματοσειρές / Κάθε που το αγγίζουν / εκτοξεύονται στον ουρανό / ωσάν βεγγαλικά / μυθιστορήματα, διηγήματα, θεατρικά έργα / και κάθε είδους μελέτες και στοχασμοί». (σελ. 9)
Το παγκάκι ενίοτε καθίσταται μαγικό. Εκβάλλει μελωδίες, στίχους, αισθητικό κάλλος, λογοτεχνική τέρψη, δημιουργική αγαλλίαση, καλλιτεχνικό ντελίριο, οίστρο προβληματισμού και πολιτισμικής ανάτασης. Πρόκειται για ένα παγκάκι με στοιχεία από τον μαγικό ρεαλισμό και την υπερρεαλιστική θεώρηση των λογοτεχνικών πραγμάτων.
Το παγκάκι ή τα παγκάκια, σε ολόκληρο το βιβλίο, είναι σύμβολο και σημείο αναφοράς. Είναι σημείο εκκίνησης συνειρμών, διέγερσης συναισθημάτων, αφύπνισης αναμνήσεων, πρόκλησης νοσταλγίας, θλίψης, αλλά και γλυκιάς αναπόλησης.
Στο ποίημα «Η κατεδάφιση» (σελ. 15) όλος ο κόσμος μετατοπίζεται γύρω του, αλλά το παγκάκι παραμένει αμετακίνητο. Παραμένει ακλόνητο, αγέρωχο, συνεπές, πιστό, σταθερό όπως ο Γιάννης και τα ιδανικά του, όπως ο Γ. και οι αρχές του, τα πιστεύω του, οι αρετές και τα οράματά του.
Σε μια σειρά από ποιήματα βλέπουμε το παγκάκι, τα πλεούμενα – είτε ως ξύλινες μινιατούρες και στολίδια σε ράφια, είτε με τις πραγματικές τους διαστάσεις μέσα στη θάλασσα – και την μορφή του Γιάννη, σ’ ένα λειτουργικό τρίγωνο αρμονίας, ενατένισης, πνευματικής και ψυχικής γαλήνης. Κι αυτό μάλιστα συμβαίνει κυρίως με την ανάμνηση της μορφής του μεταστάντα Γιάννη, αλλά ενίοτε και με τη μορφή του μικρού Γιάννη, εγγόνου του πρώτου.
Το παγκάκι είναι συνάμα και το αγκυροβόλιο για όλα τα αεικίνητα πλεούμενα της ποιήτριας. Κανένα δεν σταθμεύει, δεν ελλιμενίζεται για πολύ. Όλα τα καράβια, όλα τα πλεούμενα της Ντ. Κ. αρμενίζουν, είτε ελλιμενίζονται, είτε αποπλέουν, πλέουν συνεχώς. Και πλέουν όλα, αυτά που κοσμούν το σπίτι ή το εξοχικό της, αλλά κι αυτά που αρμενίζουν κανονικά στη Θάλασσα, παρά την παραλία του Μενεού. Και όλα, μα όλα, δίνουν αναφορά στο παγκάκι, δηλαδή στο Γιάννη, είτε αράξουν, είτε σαλπάρουν.
Ολοκληρώνω αυτή την παρουσίαση με ένα από τα ελάχιστα ποιήματα της συλλογής όπου η Ντ. Κ. δεν συνομιλεί με τον Γιάννη ή το alter ego του, το, παγκάκι, αλλά με τον ίδιο της τον εαυτό. Εδώ η ποιήτρια διαλογίζεται με τις αναμνήσεις της, που πλέον παίζουν κυρίαρχο ρόλο στη ζωή της: «Οι αναμνήσεις είναι σκληρές / και επώδυνες / δε σου επιτρέπουν / να αμφιβάλλεις / να αμφισβητείς / να αντιστέκεσαι. / Οι αναμνήσεις / έχουν μπολιάσει αμετάκλητα / τις υπόγειες διαδρομές / της ύπαρξής σου». (σελ. 35)