«Queens Boulevard» του Τσαρλς Μι σε σκηνοθεσία Μάριου Θεοχάρους.
 
Το Κουίνς, το δεύτερο μεγαλύτερο σε πληθυσμό δημοτικό διαμέρισμα της Νέας Υόρκης, είναι η πιο ποικιλόμορφη εθνοτικά αστική περιοχή στον πλανήτη. Το 48% από τους 2,4 εκατομμύρια κατοίκους του είναι γεννημένοι στο εξωτερικό και αντιπροσωπεύουν 100 διαφορετικά έθνη, ενώ στους δρόμους του ομιλούνται 138 διαφορετικές γλώσσες. Η ιδιαιτερότητα αυτής της πυκνής γωνιάς του πλανήτη έδωσε στον Τσαρλς Μι την εξαιρετικά φιλόδοξη ιδέα να γράψει ένα μιούζικαλ με αναφορά στην ομώνυμη νευραλγική λεωφόρο που ενώνει το Κουίνς με το Μανχάταν.
 
Πολύμορφα και εξωτικά ήταν και τα ερεθίσματα πάνω στα οποία χτίζει το έργο του «Queens Boulevard» αντλώντας για την υπόθεση στοιχεία από το καθακάλι έργο «Το λουλούδι της Καλής Τύχης» και με αναφορές στην «Σακούνταλα» του ποιητή του 5ου αιώνα Καλιντάσα, ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της κλασικής ινδικής λογοτεχνίας, αλλά ακόμη και στην Οδύσσεια του Ομήρου.
 
Η σημαντικότερη ωστόσο έμπνευση του Μι είναι φρονώ η άμεση αναφορά στις ρίζες του ίδιου του είδους του μιούζικαλ, το οποίο αποτελεί μια μουσική μετεξέλιξη του γαλλικού µπουλβάρ, δηλαδή του θεάτρου των μεγάλων λεωφόρων των αστικών περιοχών. Ο συγγραφέας εντάσσει στοιχεία λαϊκού θεάματος με μια απενοχοποιημένη ροπή προς το μελόδραμα και την ηθογραφία, έχοντας την ευχέρεια να ποτίσει τα «πινέλα» του με τα χρώματα των πολιτισμών της Ανατολικής και Νότιας Ασίας, της Μέσης Ανατολής, της Καραϊβικής και της Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίοι κινούνται και αλληλεπιδρούν στην ίδια περιοχή.
 
Ο Μι βρίσκει τον τρόπο να δέσει τα κομμάτια μιας σπονδυλωτής ουσιαστικά ιστορίας για να περάσει το μήνυμα ότι η αγάπη δεν είναι μόνο προσωπική υπόθεση, αλλά ευδοκιμεί σε περιβάλλον κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης. Ο Ινδός Βιτζέι και η Γιαπωνέζα Σιζούκο, δύο φρεσκοπαντρεμένοι νεαροί περισπώνται από όσα συμβαίνουν γύρω τους σε τέτοιο βαθμό που χάνουν ο ένας τον άλλο –μέχρι φυσικά να ξαναβρεθούν. Καταλήγουν με αφορμή την αναζήτηση του λουλουδιού του ουρανού να σουλατσάρουν σε παρεκκλίνουσες αποστολές, εμπλεκόμενοι σ’ έναν καταιγισμό κοινωνικών και συμπεριφορικών αντιθέσεων και διενέξεων. Αυτή η χαοτική προσέγγιση είναι το όχημα του συγγραφέα ώστε να προβεί σ’ ένα ενδιαφέρον σχόλιο για τη γενναιόδωρη πληθωρικότητα του πολυπολιτισμικού. Τα έργα του έχουν ατέλειες, δεν τα θέλει λεία αλλά πριονωτά, αιχμηρά ώστε να αιτιολογείται η αφθονία αιφνιδιαστικών και ανατρεπτικών εξελίξεων, συγκρούσεων και συγκλίσεων, λυρικών διακυμάνσεων. 
 
Η σκηνογράφος- ενδυματολόγος Θέλμα Κασουλίδου φιλοτεχνεί μια οργιώδη φιέστα, ένα ελέγξιμο χάος, ένα εξεζητημένο πολυεθνικό κολλάζ ανθρώπων και χώρων για να αποτυπώσει το πολύβουο μελίσσι του Κουίνς. Πολύ προσεκτικές και παράλληλα ζωηρές είναι οι χορογραφίες της Μαρίνας Πογιατζή, που συλλαμβάνει την κίνηση και τη βαβούρα των δρόμων. Ακόμη και ο συγχρονισμός των στομάτων στην απόδοση με play back του soundtrack του έργου είναι δουλεμένος λεπτομερώς. 
 
Η μεθοδολογική στρατηγική του σκηνοθέτη Μάριου Θεοχάρους ρίχνει το βάρος στην ανάδειξη των στοιχείων της ρομαντικής φαντασίας και της σάτιρας –το οποίο δεν είναι πάντα έντονο. Αξιοποιεί πλήρως το ερμηνευτικό υλικό, όπου ο ενθουσιασμός αγωνίζεται να καλύψει την απειρία, υιοθετώντας ένα συνεκτικό ύφος και παίζοντας συνειδητά με την αίσθηση του γούστου του κοινού και των καλλιτεχνών και τις διαστάσεις της πολιτισμικής σύντηξης.
 
Όμως τα συστατικά στοιχεία δεν αρκεί να ισορροπούν μεταξύ τους και να στοιχειοθετούνται σκηνικά. Είναι απαραίτητη και η κατάλληλη απόσταση με το κοινό. Στον Άλλο Χώρο του Θεάτρου Ένα, ήταν σαν να παρακολουθούμε την παράσταση με προσοφθάλμιο. Ο ρυθμός και το χρώμα δεν άφηναν το μάτι ούτε να ανοιγοκλείσει και κατά διαστήματα νιώθαμε σαν να μας τάιζαν μέλι με το κουτάλι. Είπαμε να μεταφερθούμε νοητά μέχρι τη Νέα Υόρκη και να νιώσουμε μέρος του δρώμενου, αλλά όχι κι έτσι.