Στα 83 της χρόνια έφυγε από τη ζωή η Μπίμπι Άντερσον, η γυναίκα που υπήρξε τελικά το κεντρικό πρόσωπο στη φιλμογραφία του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, ένα σύμβολο αθωότητας και σύνθετης σκοτεινής γυναικείας φύσης στην πιο τολμηρή, απελευθερωμένη, μοντέρνα, λαμπερή εκδοχή του.
Η Μπέριτ Ελίζαμπετ Άντερσον πέθανε την Κυριακή στη Στοκχόλμη, όπου είχε γεννηθεί το 1935. Συνέχισε να παίζει έως το 2009, όταν και υπέστη εγκεφαλικό, που την άφησε παράλυτη από τη μία πλευρά του σώματός της. «Αφήνει πίσω της ένα τεράστιο κενό για όλους εκείνους που είχαν το προνόμιο να ζήσουν στο πλευρό της» είπε η κόρη της Τζένι Γκρέντε Ντάχλστραντ στο Γαλλικό Πρακτορείο.
Υπήρξε μούσα του σπουδαίου Ίνγκμαρ Μπέργκμαν για περίπου σαράντα χρόνια, παίρνοντας μέρος σε 13 ταινίες του όπως: «Περσόνα», «Η Έβδομη Σφραγίδα», «Το πάθος», «Η επαφή», «Χαμόγελα καλοκαιρινής νύχτας», «Άγριες φράουλες» και «Σκηνές από έναν γάμο». Ορόσημο στην εμβληματική καριέρα της ο συναισθηματικά πολύπλοκος ρόλος της νοσηρής νοσηλεύτριας Άλμα στην «Περσόνα» (1966), μια ταινία-σημείο αναφοράς, γνωστή μεταξύ άλλων για τις μεγάλες ανατροπές στερεοτύπων στην ιστορία του σινεμά. Η ίδια το 1977, κοιτάζοντας πίσω τις δύο πρώτες δεκαετίες της κινηματογραφικής της πορείας, τις περιέγραψε ως αγκάθι λέγοντας ότι δεν ένιωθε καμία σύνδεση με αυτό που έκανε. Αλλά υπήρχε μια εξαίρεση: «Η Περσόνα. Είμαι ακόμα υπερήφανη», είχε πει. «Κάθε φορά που το βλέπω, ξέρω ότι πέτυχα αυτό που έπρεπε να κάνω ως ηθοποιός, ότι δημιούργησα ένα πρόσωπο». Συνδέθηκε άρρηκτα με τον συγκλονιστικό μονόλογο της ηρωίδας για «τον καλύτερο οργασμό που είχε ποτέ».
Γεννήθηκε στη Στοκχόλμη στις 11 Νοεμβρίου 1935, κόρη ενός επιχειρηματία και μιας κοινωνική λειτουργού, ενώ είχε μία αδελφή η οποία έγινε μπαλαρίνα με τη Βασιλική Όπερα. Στην εφηβεία της, αποφασισμένη να γίνει ηθοποιός, άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα και το 1954 έγινε δεκτή στην Gösta Terserus, τη δραματική σχολή του Βασιλικού Δραματικού Θεάτρου στη σουηδική πρωτεύουσα.
Τηλεοπτικά, η καριέρα της είχε ήδη ξεκινήσει από την εφηβεία, όταν σε ηλικία μόλις 15 ετών συμμετείχε σε διαφημιστικά σποτ που σκηνοθετούσε ο Μπέργκμαν, για τη σουηδική μάρκα σαπουνιού Bris. Τελικά ο σκηνοθέτης αποφάσισε να την πάρει μαζί του στο φημισμένο Malmö City Theater.
Είχε τιμηθεί με τέσσερα βραβεία Guldbagge (το σουηδικό Όσκαρ), ενώ για την ερμηνεία της στο «Κατώφλι της Ζωής», είχε βραβευτεί στο Φεστιβάλ των Καννών, μαζί με τις συμπρωταγωνίστριές της, ενώ είχε επίσης τιμηθεί με Αργυρή Άρκτο Α’ Γυναικείου ρόλου στο φεστιβάλ του Βερολίνου, για τον ρόλο της στην ταινία «Η Ερωμένη», του Σουηδού σκηνοθέτη Βίλγκοτ Σιέμαν. Η Άνερσον συνεργάστηκε επίσης με άλλους σκηνοθέτες, μεταξύ των οποίων ο Τζον Χιούστον και ο Ρόμπερτ Όλτμαν. Ο Γιαν Χόλμπεργκ από το Ίδρυμα Ίνγκμαρ Μπέργκμαν δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων ότι αν και η ηθοποιός συνδέθηκε πολύ με τον σπουδαίο κινηματογραφιστή, ήταν σημαντική καλλιτέχνις από μόνη της. Όπως σημείωσε ο ίδιος, εκείνη έπαιζε συχνά απλούς ή μερικές φορές ακόμα και κακογραμμένους ρόλους, αλλά «τους έκανε κάτι πολύ μεγαλύτερο».
Εκτός από τα 90 φιλμ στα οποία έπαιξε, ανέβηκε πολλές φορές στη θεατρική σκηνή και πρωταγωνίστησε σε κλασικά έργα των Σαίξπηρ, Μολιέρου και Τσέχωφ. Όταν έκανε το ντεμπούτο της στο Μπρόντγουεϊ το 1973, οι New York Times επαίνεσαν την απόλυτη και αβίαστη φυσικότητά της.
Παντρεύτηκε τρεις φορές και από τον πρώτο της γάμο απέκτησε ένα παιδί.
Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου στη Γιουγκοσλαβία, συμμετείχε ενεργά σε αρκετές πρωτοβουλίες για θεατρικές παραστάσεις και άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις στο Σεράγεβο.
Πηγή: philenews με πληροφορίες από ΑΠΕ- ΜΠΕ