«Φυγαδεύοντας τον Χέντριξ» με φόντο την πόλη που δεν ξεχνά.
Φανταστείτε να παρακολουθείτε τον σκύλο σας να διασχίζει τρέχοντας αμέριμνος ένα ναρκοπέδιο και κάθε του βήμα να προκαλεί ανατριχίλα. Όταν πια εξέλθει, άνετος και αρτιμελής, η ανακούφιση είναι τέτοια που ξεσπάτε σε χειροκροτήματα. Ανάλογης φύσης θεωρώ πως ήταν τα χειροκροτήματα και οι επευφημίες κατά τη διάρκεια –κι όχι ΜΕΤΑ το πέσιμο των τίτλων τέλους- της προβολής της ταινίας «Φυγαδεύοντας τον Χέντριξ», κάθε φορά που η αφήγηση περνούσε αλώβητη από το σκοτεινό και περίπλοκο ναρκοπέδιο της κυπριακής πραγματικότητας.
Είναι πολύ αγχωτικό να παρακολουθείς μια κυπριακή ταινία, αναπόφευκτα και θεμιτά επιχορηγούμενη από το κράτος, και να αναλογίζεσαι συνεχώς αν και πώς θα περάσει μέσα από τις Συμπληγάδες των «σχολών σκέψης», μέσα από την πολιτική ορθότητα, τις εμμονές, τη διπλωματική παράνοια, τις σχολαστικές ξύλινες ορολογίες, τις επιλεκτικές ή απόλυτες ευαισθησίες, όλα όσα συνθέτουν έναν ακανθώδη πολιτικό κόμπο. Να σκοτίζεις το μυαλό με τη σκέψη ότι πολλοί θα τη δουν (ή και δεν θα τη δουν) κι οι μόνες ερωτήσεις που θα θέσουν στον εαυτό τους και τους άλλους είναι για το ποσοστό των γυρισμάτων που έγιναν στα κατεχόμενα, από ποιον πήραν άδεια, πόσα πληρώθηκαν οι Τούρκοι ηθοποιοί, γιατί φαίνονται τόσο πολλές σημαίες και ψευδοσημαίες με την ημισέληνο, γιατί εξανθρωπίζονται οι έποικοι (που… δεν είναι άνθρωποι αλλά εγκλήματα πολέμου) κ.λπ.
Στην περίπτωση της ταινίας του Μάριου Πιπερίδη όμως όλο αυτό είναι ταυτόχρονα και λυτρωτικό. Ακριβώς, επειδή ο δημιουργός συνειδητά επιλέγει όσα σφίγγουν τον γόρδιο δεσμό ως παλλόμενο φόντο και διέρχεται με την αθωότητα, την άγνοια κινδύνου και το θάρρος ενός μπάσταρδου σκύλου σε ναρκοπέδιο. Έτσι στήνει της ισορροπίες που απογειώνουν το σεναριακό οικοδόμημα. Αν το βλέμμα ξέφευγε σ’ όλους αυτούς τους περισπασμούς, η αφήγηση θα κατέρρεε. Πετυχαίνει έτσι να αναδείξει το παράλογο και την τραγωδία όπου κολυμπάμε καθημερινά, σκιτσάροντας με ελαφριές σκωπτικές πινελιές το κεντρικό του θέμα. Δεν είναι κακό να γελάμε με τα χάλια μας.
Αποτυπώνοντας όλη τη γοητεία, αλλά και την αποκρουστικότητα της παλιάς Λευκωσίας, με τις αντιθέσεις και τις παραδοξότητές της, το έκτρωμα της νεκρής ζώνης με τα ετοιμόρροπα εγκαταλελειμμένα κτήρια, τα συρματοπλέγματα, τα βαρέλια, τα τσουβάλια, τα αναχώματα, τα οδοφράγματα, τον γραφικό μιλιταρισμό στις δύο πλευρές της γραμμής αντιπαράταξης, η ταινία αποκαλύπτει τον παραλογισμό που κατέχει τη ζωή μας σε όλο του το μεγαλείο. Η πολιτική διάσταση δεν μπαίνει σε πρώτο πλάνο, γεγονός που κάθε άλλο παρά εμποδίζει τον πολιτικό σχολιασμό. Ο Πιπερίδης δεν έκανε ντοκιμαντέρ. Και δεν φιλοδοξεί να λύσει το Κυπριακό με την ταινία του. Αυτό άλλωστε το «λύνουν» καθημερινά οι γάτες, τα πουλιά, τα τρωκτικά ή οι σκύλοι που πηγαινοέρχονται χωρίς διατυπώσεις στις δύο όχθες της Πράσινης Γραμμής.
Με ειλικρίνεια που ενοχλεί και θέλγει, απευθύνει μια πρόσκληση στον θεατή να εξέλθει από την κατεστημένη «ζώνη άνεσης» και να υπερπηδήσει αληθινούς και νοητούς φράχτες ρίχνοντας μια γενναία ματιά εξοικείωσης στο πρόσωπο του «άλλου». Πίσω από τις εντάσεις, τις διαφορές, τους διαχωρισμούς, όσα η ιστορία έγραψε με αίμα και σίδερο, υπάρχει πάντα ο ανθρώπινος παράγοντας.
Ούτε η Κύπρος παύει να είναι κατεχόμενη, ούτε το διπλωματικό μας «οπλοστάσιο» ενδυναμώνεται παραγνωρίζοντας, όχι τα τοξικά γεωπολιτικά τετελεσμένα, αλλά το γεγονός ότι με τους «ψευδανθρώπους» στην άλλη πλευρά έχουμε πολύ περισσότερες συγγένειες παρά διαφορές. Ο πόλεμος –με άλλα μέσα- συνεχίζεται. Το ίδιο όμως και η ζωή. Και εξελίσσεται με τον χρόνο να δημιουργεί τους δικούς του συσχετισμούς.
Στην ταινία όλοι οι ήρωες επιδιώκουν με κάποιον τρόπο να ξεφύγουν από τον παραλογισμό, όμως αποδεικνύονται έρμαια των καταστάσεων. Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος μάς λέει ότι το καράτε κιντ γέρασε πια κι εμείς ακόμη υποφέρουμε, ζώντας θέλοντας και μη σε μια διαιρεμένη πόλη και χώρα που δεν μπορεί να ξεχάσει, αλλά ενίοτε οι πλευρές της αλληλεπιδρούν. Τα πιο εξωφρενικά γραφειοκρατικά και ψυχολογικά εμπόδια προκύπτουν αβίαστα για τους ήρωες και κυρίως για τον κεντρικό χαρακτήρα, τον ανώριμο και μποέμ Γιάννη, που υποχρεώνεται σ’ ένα καθυστερημένο ταξίδι ενηλικίωσης και αυτογνωσίας.