«Το διήγημα των έξι», εκδόσεις  Άνευ, 2018. 
 
Μια διηγηματογραφική σκυταλοδρομία αποτελούμενη από έξι επί μέρους διαδρομές, διοργάνωσε η εκδότρια του λογοτεχνικού περιοδικού και εκδοτικού οίκου «Άνευ», Ντίνα Κατσούρη. Κρίνοντας εκ του αισθητικού αποτελέσματος, το πειραματικό αυτό εγχείρημα στέφθηκε με πλήρη επιτυχία.  Έξι πεζογράφοι κλήθηκαν να συγγράψουν ένα ενιαίο μεγάλο διήγημα, λαμβάνοντας την αφηγηματική γραμμή ο ένας από τον άλλο και προεκτείνοντας ο καθένας τον μύθο από το σημείο που τον άφησε ο προηγούμενος από αυτόν «σκυταλοδρόμος».
 
Οι συγγράψαντες το μακροσκελές διήγημα των 90 και πλέον σελίδων, ανήκουν στη νεότερη γενιά των Κυπρίων συγγραφέων και έχουν ήδη δώσει αξιομνημόνευτα δείγματα γραφής, με χωριστά λογοτεχνικά βιβλία ο καθένας και η καθεμιά, αλλά και με συναφείς δημοσιεύσεις σε λογοτεχνικά περιοδικά της Κύπρου και της Ελλάδας. Πρόκειται για τους Χρίστο Κυθρεώτη, Κωνσταντία Σωτηρίου, Γιώργο Τριλλίδη, Νένα Φιλούση, Στέφανο Σταυρίδη και Μυρτώ Αζίνα.
 
Σε ό,τι αφορά τη συνολική αποτίμηση του διηγήματος σημειώνω ότι προσωπικά χάρηκα τόσο τις συγκλίσεις όσο και τις αποκλίσεις του όλου εγχειρήματος, τόσο τις υφολογικές – τεχνοτροπικές, όσο και τις βαθύτερες νοηματικές, ποιητολογικές και ενδεχομένως φιλοσοφικές. Τόσο οι συγκλίσεις μεταξύ των έξι συγγραφέων, όσο και οι αποκλίσεις συνιστούσαν ένα πλούτο και μια ρηξικέλευθη σύζευξη που δεν μπορούσε παρά να κεντρίσει ουσιαστικά το αναγνωστικό ενδιαφέρον.
Ας παρακολουθήσουμε όμως, βήμα προς βήμα αυτή την αφηγηματική σκυτάλη καθώς πορεύεται και καθώς αλλάζει χέρια. Ο Χρ. Κυθρεώτης, με χιούμορ, σαρκασμό και κοινωνιολογική θεώρηση των πραγμάτων, θέτει τα θεμέλια του συνολικού μύθου. Αφηγητής ο γιος του κεντρικού ήρωα, Κύπριου οικογενειάρχη στην Αθήνα, ο οποίος όμως βίωσε την τραγωδία του 1974 στον τόπο του, αν και αποφεύγει να μιλήσει για τα βιώματα αυτά.  Ο Χρ. Κυθρεώτης διακρίνεται για το εύθυμο στυλ της γραφής του. Το κείμενό του είναι στρωτό και ευχάριστο, με ροή, παλμό και συνοχή.
 
Με το που παίρνει την αφηγηματική σκυτάλη η Κων. Σωτηρίου, ο αφηγητής γίνεται αφηγήτρια, που είναι η Ελλαδίτισσα σύζυγος του κεντρικού ήρωα. Η συγγραφέας, όπως και σε προηγούμενες δουλειές της εξάλλου, βάζει τη γυναικεία ψυχοσύνθεση να λειτουργήσει σε όλη τη διαπασών. Όλοι οι ήρωες αποκτούν περισσότερα χαρακτηριστικά και γίνονται πιο ευδιάκριτοι. Το δε κυπριακό στυλιστικό ηχόχρωμα είναι πρόδηλο.
Γενικά, το στοιχείο της εντοπιότητας στον περιβάλλοντα χώρο, στις συνήθειες, τις σχέσεις, τις νοοτροπίες – μαζί με την αλλόκοτη σύγχρονη κυπριακή πραγματικότητα – κατακλύζουν το κείμενο. Στη γραφή της Σωτηρίου διεισδύει πιότερο το συναίσθημα και ο συγκινησιακός φόρτος.
Όταν λαμβάνει την αφηγηματική σκυτάλη ο Γ. Τριλλίδης, αφηγητής γίνεται ο κεντρικός ήρωας του συνολικού διηγήματος, ο Αντρέας, Κύπριος, πια της Αθήνας. Η ειρωνεία, ο σαρκασμός, σε κάποιο βαθμό και ο κυνισμός επανέρχονται στο κείμενο. Διάσπαρτες είναι και οι μομφές στο κυπριακό κατεστημένο, την κυπριακή καθεστηκυία τάξη, τον μικροαστισμό. Ο συγγραφέας επιστρατεύει το κωμικό στοιχείο προκειμένου να αποδώσει ρεαλιστικές καταστάσεις και καυτηριάζει σατιρίζοντας. Ιδιαίτερα εύστοχη και πειστική βρίσκω την απόδοση της ατμόσφαιρας του ‘70 στην Αθήνα: «Άγρια δύση, ανατολίτικα αγριεμένη». (σελ. 53) Γενικά, οι ήρωες τοποθετούνται σωστά στον χώρο και στον χρόνο.
Με την ανάληψη της αφηγηματικής σκυτάλης από τη Ν. Φιλούση η γραφή γίνεται πιο εσωστρεφής, πιο διεισδυτική στο ψυχισμό του κεντρικού ήρωα, στο πάλεμά του ενάντια στους συμβιβασμούς και τις συμβατικότητες που κατατρύχουν τη ζωή του. Ο ήρωας φανερώνει πια ότι τον κυνηγά το παρελθόν του κι αυτός τρέχει να ξεφύγει από αυτό. Εδώ παρεισφρέει και η χλεύη κατά της πολιτικής και των πολιτικών, για την υποκρισία και τη χρησιμοθηρία αμφότερων: «Πάει αυτός, πολιτεύτηκε, γλείφει κώλους και μαζεύει ψήφους, κοντοζυγώνει η ώρα που θα μπει στη Βουλή». (σελ. 67) Η συγγραφέας, σταδιακά, μας προετοιμάζει για τη συντριβή και την κάθαρση. Στην παιδική και εφηβική ηλικία ο ήρωας είχε φίλους Τ/κ στο Καϊμακλί. Είχε επίσης ένα παιδικό έρωτα, τη Μελέκ, κι ένα επιστήθιο φίλο, τον Ραϊφ. Η κοπέλα κακοποιήθηκε από άλλους Ε/κ αλλά ο ίδιος δεν βρήκε την τόλμη και τη δύναμη ν’ αντιδράσει.  Ωστόσο, όταν κινδύνευσε αυτός από αντίστοιχους Τ/κ, ο φίλος του Ραϊφ τον έσωσε. 
 
Επί των σελίδων του Στ. Σταυρίδη, το κείμενο του διηγήματος γίνεται αμιγώς διαλογικό. Αυτή τη φορά τη σκυτάλη της αφήγησης λαμβάνει ο μεγάλος γιος του κεντρικού ήρωα, που πηγαίνει στην Κύπρο για την κηδεία του πατέρα του. Ψυχαναλυτικός, στοχαστικός και γεμάτος σαρκασμούς ο διάλογος που αναπτύσσει ο γιός εν πτήσει με τυχαία Βρετανίδα συνεπιβάτιδά του. Αλλά ο μύθος προχωρά κι εξελίσσεται, με το τραύμα του 1974, του νεκρού πια πατέρα, όσο φωτίζεται να μεγεθύνεται και ταυτόχρονα να καθίσταται ολοένα και πιο μυστηριώδες. Η προεργασία για τον επόμενο συγγραφέα που θα είναι ο τελευταίος, αλλά και η προετοιμασία του αναγνώστη για το τι θα ακολουθήσει είναι αξιομνημόνευτες.
Η ώρα της κάθαρσης φτάνει με την έκτη αφηγηματική σκυταλοδρόμο, τη Μ. Αζίνα. Ο αναγνώστης προετοιμάζεται καταλλήλως : «…το τραύμα της Κύπρου υπήρξε πάντοτε σαν ένα πτώμα στο κελάρι μας». (σελ. 96)  Ήταν ξεκάθαρο από την αρχή του συλλογικού αυτού διηγήματος, πως η κορύφωση της αφήγησης θα εμπεριείχε «τόσο πόνο, τόσο θάνατο…», (σελ. 105) αλλά η ταραχή του αναγνώστη δεν μειώνεται ούτε στο ελάχιστο. Κι αυτό χάρη στον αφηγηματική δεινότητα της συγγραφέως. Όπως η ίδια υπογραμμίζει: «Ο συλλογικός πόνος έχει πολύ βαριά σκιά…». (σελ. 104)
Ολοκληρώνοντας αυτή την παρουσίαση, θα έλεγα ότι ο συλλογικός πόνος αποδόθηκε με επάρκεια μέσα από αυτό το συλλογικό έργο. Και ίσως η συλλογικότητα να ήταν και μια μορφή κοινής αντίστασης αλλά και κοινής μνήμης όλων των συγγραφέων που συμμετείχαν στην προσπάθεια.