«Την ημέρα της εισβολής εμείς ήμασταν στο χωριό, την Επτακώμη. Κανείς δεν μας ειδοποίησε να το εγκαταλείψουμε. Κάποια στιγμή μας είπαν να φύγουμε. Γέμισε το λεωφορείο του χωριού, οδηγός ήταν ο Σσιάηλος. Ο παπάς μου δεν ήθελε να φύγει αλλά κλαίγαμε όλες και του είπαμε ή θα πάμε μαζί ή κανένας μας. Τελικά μπήκαμε όλοι στο λεωφορείο: η γιαγιά μου, εγώ και τα αδέλφια μου, η μάνα μου, όλοι στοιβαγμένοι στο λεωφορείο και ο παπάς μου. Δεν θα τον ξεχάσω ποτέ. Στεκόταν όρθιος μπροστά έχοντας μαζί το όπλο του το κυνηγετικό. Στο διπλανό χωριό, την Κώμη Κεπήρ, μας σταμάτησε κάποιος συγχωριανός και μας είπε ότι χτύπησαν το αυτοκίνητο ενός γνωστού μας. Ο οδηγός φοβήθηκε να συνεχίσει γιατί μπορούσε να χτυπήσουν και εμάς. Αναγκαστήκαμε να επιστρέψουμε και κλειστήκαμε όλοι στο σπίτι μας. Την επόμενη μέρα ήρθαν οι Τούρκοι και μπλόκαραν το χωριό. Εμείς μέχρι τότε ζούσαμε με Τούρκους – ήμασταν 800 χριστιανοί και 200-300 Τούρκοι- και συμβιώναμε καλά πριν από τον πόλεμο. Ο παπάς μου τους έδινε δουλειά, η μάνα μου μαγείρευε και τους πήγαινε φαγητό κάθε μεσημέρι. Όταν ήρθαν εκείνη τη μέρα, μας μάζεψαν στην εκκλησία του Αποστόλου Λουκά, κάτω στην πλατεία και ξεχώρισαν τα γυναικόπαιδα απ’ τους άντρες. Τους άντρες τους πήγαν σε ένα διπλανό χωριό, τη Γαλάτεια – έτσι τους ακούσαμε να λένε. Εμείς μείναμε στην εκκλησία για δυο μέρες και μετά μας πήγαν σε κάτι αποθήκες όπου έβαζαν τα σιτηρά. Σε ένα ύψωμα. Εγώ και η αδελφή μου, ήμασταν κοντά ηλικιακά, φορέσαμε μαύρα ρούχα και μαντίλες. Έτσι μας είπαν οι πιο μεγάλες γυναίκες για να μην μας πειράξουν. 
Στις 19 του μήνα όμως ο παπάς μου επέστρεψε. Ήρθε και μας βρήκε στις αποθήκες και έμεινε μαζί μας για δύο μέρες. Ρωτήσαμε τι τους έκαναν και μας είπε ότι κάποιους τους πήγαν στα Άδανα και άλλους τους άφησαν να φύγουν. Καμιά φορά σκέφτομαι ότι καλύτερα να τον έπαιρναν αιχμάλωτο, να έμενε ζωντανός τουλάχιστον. 
Δυο μέρες μετά, μεσάνυχτα, ακούσαμε την πόρτα της αποθήκης ν’ ανοίγει. Τα τέσσερα αδέλφια μου, εγώ -είχαμε ακόμα έναν αδελφό που ήταν στρατιώτης- και οι γονείς μου ήμασταν ξαπλωμένοι. Η μάνα μου βλέπει τον Ακκούλη, κάποιον που ξέραμε απ’ το χωριό. Τον ρώτησε τι ήθελε τέτοια ώρα και της είπε πως θα έπαιρνε τον παπά μου και άλλα πέντε άτομα. «Για μιαν ανάκριση θκειά Κατίνα τζιαι θα τους φέρω πίσω» είπε. Από τότε δεν τον ξαναείδαμε. Ή μάλλον πέρασαν χρόνια μέχρι να τον ξαναδούμε… 
Κάποια στιγμή μας άφησαν να γυρίσουμε στα σπίτια μας. Ήμασταν συνέχεια στο σπίτι, δεν μπορούσαμε να βγούμε έξω. Φοβόμασταν. Τελικά, η μάνα μου έμεινε 2,5 χρόνια εγκλωβισμένη ενώ εγώ και η αδελφή μου, η τρίτη στη σειρά, φύγαμε λίγο πριν κλείσω τα 18, το καλοκαίρι του ’76. Έπρεπε να φύγουμε. Τι θα κάναμε εκεί; Δεν ήταν όμως εύκολο, με κλάματα ήρθαμε. Δεν ξέραμε πού πηγαίναμε – ποτέ προηγουμένως δεν ήρθα στη Λάρνακα ή τη Λεμεσό, εμείς πηγαίναμε στο Βαρώσι για βόλτες, ενώ σχολείο πήγαμε στο Τρίκωμο. Η μάνα μου με τα υπόλοιπα αδέλφια μου έμειναν εκεί για ακόμα ένα 6μηνο και μετά ήρθαν και αυτοί, αφού φόρτωσαν ό,τι μπορούσαν σε ένα φορτηγό των Ηνωμένων Εθνών. 
Τον παπά μου, δεν τον ξαναείδα. Απ’ την αρχή πίστευα ότι τον σκότωσαν, δεν θα τον άφηναν ζωντανό. Η μάνα μου, η καημένη, τον περίμενε ή ήλπιζε ότι ήταν ζωντανός. Περίμενε μέχρι την τελευταία ώρα.
Ο πρώτος που έμαθε ότι τον βρήκαν ήταν ο αδελφός μου. Είχε μάθει ότι βρέθηκαν τα κόκαλά του σε έναν ομαδικό τάφο με άλλους πέντε –όσους είχαν πάρει εκείνο το βράδυ απ’ την αποθήκη. Ήρθε και με ρώτησε εάν και πώς θα το πούμε της μάνας μας. Δεν μπορούσαμε να της το κρύψουμε.
 
Μαζευτήκαμε όλα τα αδέλφια και της το είπαμε. Αργότερα πήγαμε στο Ινστιτούτο Γενετικής στη Λευκωσία, ήταν εκεί οι ψυχολόγοι και μας μίλησαν. Ήθελαν να μας προετοιμάσουν πριν πάμε να τον δούμε. Μας πήγαν σε ένα δωμάτιο που είχε ένα τραπέζι καλυμμένο με σεντόνι. Κάτω απ’ αυτό ήταν τα κόκαλά του, τα κομμάτια του σκελετού του. Πρώτο το κεφάλι, μετά ο θώρακας, η λεκάνη –έλειπε ένα κομμάτι που αφαίρεσαν για να γίνει η εξέταση DNA- τα πόδια του. Δίπλα ήταν τα ρούχα του· το παντελόνι, το πουκάμισό του, το εσώρουχό του, τα κέρματα που είχε στις τσέπες του και τα παπούτσια του. Τον είχαν πυροβολήσει στο κεφάλι και στην καρδία.  Ήταν 49 χρονών».
 
Φιλgood, τεύχος 233.