Μπορεί η μουσική να αλλάξει τον κόσμο; Με την ορθολογική σκέψη της εποχής μας η απάντηση είναι «σαφώς όχι». Το 1969 όμως τα πράγαμτα ήταν αλλιώς, μισό εκατομμύηριο άνθρωποι ενώθηκαν υπό τους ήχους της μουσικής και κάτι άλλαξαν. Ή έτσι το βλέπουμε μέσα από το ρομαντισμό που επέφαραν τα 50 χρόνια που πέρασαν.
Η Τζόαν Μπάεζ ρωτούσε: «Πόσα αφτιά μπορεί να έχει κάποιος για να ακούσει τους ανθρώπους που κλαίνε, πόσοι θάνατοι πρέπει να συμβούν μέχρι να καταλάβει πως πολλοί άνθρωποι έχουν πεθάνει». The answer, my friend, is blowin’ in the wind. Ο σύζυγός της ήταν στη φυλακή αρνούμενος να πολεμήσει στο Βιετνάμ κι αυτή τραγουδούσε για την ειρήνη. Κάποιοι κάτω στο ακροατήριο πήγαν εκεί για τον ίδιο σκοπό. Για να διαμαρτυρηθούν, για να διεκδικήσουν κοινωνικές αλλαγές. Κάποιοι πήγαν για να διασκεδάσουν. Άλλοι είδαν φως και μπήκαν. Όποιο κι αν ήταν το κίνητρο, 500.000 άνθρωποι συναντήθηκαν σε μια αγροτική αμερικανική επαρχία και έγραψαν μια σελίδα στην ιστορία. Με ένα μουσικό φεστιβάλ που κράτησε τέσσερις μέρες, κάτω από ήλιο και κάτω από βροχή. Και να σκεφτεί κανείς πως όλο αυτό άρχισε από κάποιους νεαρούς επιχειρηματίες που απλά ήθελαν να διοργανώσουν ένα γεγονός για να βγάλουν λεφτά.
Το Μάρτιο του 1969 δύο νεαροί επιχειρηματίες δημοσίευσαν μια αγγελία στη «Wall Street Journal» αναζητώντας ιδέες για έξυπνες επενδύσεις. Μεταξύ αυτών που ανταποκρίθηκαν ήταν και ο μουσικός παραγωγός Μάικ Λανγκ και ο Αρτ Κόρνφελντ. Και οι οποίοι έπεισαν τους συνομήλικούς τους επενδυτές να τοποθετήσουν τα κεφάλαιά τους (150.000 δολάρια) σε ένα τριήμερο φεστιβάλ (άρχισε για τρεις αλλά διήρκεσε τέσσερις). Ο στόχος ήταν να προσελκύσουν 75.000 θεατές με εισιτήριο 6 δολάρια για κάθε ημέρα. Οι εισπράξεις θα ήταν 1.350.000. Οι προβλέψεις ξεπέρασαν κατά πολύ τον στόχο. Πριν από την έναρξη είχαν ήδη πουληθεί 186.000 εισιτήρια. Σύμφωνα με τον αρχικό σχεδιασμό η διοργάνωση θα γινόταν στη μικρή κοινότητα Γουόλκιλ.
Οι ντόπιοι όμως, βλέποντας όλους εκείνους τους περίεργα ντυμένους μαλλιαρούς να περιφέρονται στο χωριό τους, ζήτησαν απαγόρευση της συναυλίας επικαλούμενοι τη διασάλευση της δημόσιας τάξης. Τότε οι διοργανωτές μετακινήθηκαν εσπευσμένα στο Μπέθελ, σε μια φάρμα, λίγα χιλιόμετρα από το Woodstock, δίνοντας μια αδρή αμοιβή στον ιδιοκτήτη της γης. Και στις 15 Αυγούστου όλα ήταν έτοιμα να αρχίσουν. Η κοσμοσυρροή ήταν τέτοια, που οι διοργανωτές δεν μπορούσαν να ελέγξουν την είσοδο κι έτσι οι πύλες άνοιξαν για όλους, δωρεάν πια, ενώ το μποτιλιάρισμα στους γύρω δρόμους ανάγκασε τους καλλιτέχνες που συμμετείχαν να μετακινούνται με ελικόπτερο για να καταφέρουν να φτάσουν. Υπολογίζεται δε ότι αυτοί που προσπάθησαν να πάνε ήταν ένα περίπου εκατομμύριο αλλά δεν τα κατάφεραν εξαιτίας της κυκλοφοριακής συμφόρησης.
Οι επισκέπτες έστησαν σκηνές, κουβάλησαν σλίπινγκ μπανγκ, μετέφεραν μίνι μπας ζωγραφισμένα στο πνεύμα των παιδιών των λουλουδιών, φορτηγά με ψυχεδελικά σχέδια, περίεργες μοτοσικλέτες… Αμέτρητοι χίπις με κελεμπίες και χαϊμαλιά, ξυπόλητες κοπέλες με μακριά ινδικά φορέματα και το σήμα της ειρήνης στο στήθος, αμερικανικές σημαίες και σημαίες των Βιετκόνγκ, πλανόδιοι πωλητές, όλοι μαζί δημιούργησαν ένα πολύχρωμο τοπίο. Από ασήμαντο χωριουδάκι, το Woodstock έγινε για τέσσερις μέρες, η τρίτη σε πληθυσμό πόλη στην πολιτεία της Νέας Υόρκης.
Ήταν πλέον φανερό πως δεν επρόκειτο για ένα μουσικό γεγονός, αλλά για το ραντεβού μιας ολόκληρης γενιάς, της γενιάς της αμφισβήτησης, της ροκ και της μαριχουάνας, του πολιτικού ριζοσπαστισμού και της σεξουαλικής επανάστασης.
Το πρώτο κιόλας βράδυ ξέσπασε δυνατή βροχή προκαλώντας το απόλυτο χάος, αλλά οι συμμετέχοντες δεν πτοήθηκαν. Το έριξαν στο λασπόλουτρο ενώ στη σκηνή εναλλάσσονταν οι Who με τους Jefferson Airplane, τους Τζίμι Χέντριξ, Τζάνις Τζόπλιν, Κάρλος Σαντάνα, Joe Cocker, Sweat & Tears, Grateful Dead, Band, Crosby, Still, Nash&Young και πολλοί άλλοι.
Άλλοι, ήδη πολύ δημοφιλείς κι άλλοι που η καριέρα τους εκτινάχθηκε μετά το Woodstock. Κάποιοι διάσημοι της εποχής δεν έδωσαν το «παρών» τους για διάφορους λόγους. Οι Beatles ήταν ήδη υπό διάλυση, οι Led Zeppelin είχαν επιλέξει να τραγουδήσουν σε άλλο φεστιβάλ με καλύτερη αμοιβή, ο Μπομπ Ντύλαν επειδή διαφωνούσε με τις αρχές που πρέσβευε το κίνημα των χίπις, οι Doors λόγω της αντιπάθειας του Τζιμ Μόρισον στις μεγάλες συναυλίες εξωτερικού χώρου, οι Jethro Tull με τον Ιαν Άντερσον να δηλώνει ότι δεν θέλει να περάσει το Σαββατοκύριακο παίζοντας για «άπλυτους χίπιδες». Παρόμοιες απόψεις εξέφρασε και ο Πιτ Τάουνσεντ των Who, παρόλο που συμμετείχε και με αδρή μάλιστα αμοιβή. «Όλοι αυτοί οι χίπις χόρευαν πιστεύοντας ότι ο κόσμος πρόκειται να αλλάξει. Ως κυνικός Άγγλος, περιφερόμουν ανάμεσά τους, θέλοντας να τους φτύσω και να τους πω πως τίποτε δεν άλλαξε και τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει. Αυτό που πίστευαν ότι, ήταν μια εναλλακτική κοινωνία, ήταν ένα χωράφι με τρία μέτρα λάσπη, γεμάτο LSD. Αν αυτός ήταν ο κόσμος που ήθελαν να ζήσουν, τότε γάμησέ το».
Παρά την έλλειψη οργάνωσης και υποδομών για τετραήμερη φιλοξενία τόσων χιλιάδων, ο ειρηνικός χαρακτήρας του φεστιβάλ διατηρήθηκε. Σημειώθηκε ωστόσο ένας θάνατος από υπερβολική δόση ναρκωτικών και ένας θεατής πατήθηκε από αγροτικό όχημα την ώρα που κοιμόταν μέσα στον υπνόσακό του. Λέγεται ακόμα ότι γεννήθηκαν δύο παιδιά ενώ οκτώ γυναίκες απέβαλαν. Συνολικά χρειάστηκαν ιατρική βοήθεια 5.162 άτομα (τραυματισμοί από πτώσεις, λιποθυμίες, κρίσεις επιληψίας) αλλά και 797 εξ αυτών λόγω χρήσης ουσιών.
Για τους 500.000 ανθρώπους που είχαν την εμπειρία και για τα εκατομμύρια των νέων σ’ όλο τον κόσμο που αγκάλιασαν τη μυθολογία του, το Woodstock ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μία μουσική εκδήλωση. Ήταν η δική τους “Ουτοπία”, μία πόλη όπου κυριάρχησε έστω και για λίγο η κοινοκτημοσύνη, η αλληλεγγύη, η ειρήνη, η ελευθερία. Ο απεσταλμένος του περιοδικού Time έγραψε: «Η εμπειρία που έζησα αυτές τις μέρες περιείχε τόσες εκπλήξεις και τόσες τρέλες, που σήμερα η ανάμνησή της μοιάζει να ‘ρχεται όχι από το παρελθόν αλλά από το μέλλον». Το Woodstock αποτέλεσε την εκτόνωση του γενικευμένου κοινωνικού αναβρασμού από την αμερικανική νεολαία, που διακήρυττε έναν νέο τρόπο ζωής, μακριά από πολέμους.
Για τους 500.000 ανθρώπους που είχαν την εμπειρία και για τα εκατομμύρια των νέων σ’ όλο τον κόσμο που αγκάλιασαν τη μυθολογία του, το Woodstock ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μία μουσική εκδήλωση. Ήταν η δική τους “Ουτοπία”, μία πόλη όπου κυριάρχησε έστω και για λίγο η κοινοκτημοσύνη, η αλληλεγγύη, η ειρήνη, η ελευθερία. Ο απεσταλμένος του περιοδικού Time έγραψε: «Η εμπειρία που έζησα αυτές τις μέρες περιείχε τόσες εκπλήξεις και τόσες τρέλες, που σήμερα η ανάμνησή της μοιάζει να ‘ρχεται όχι από το παρελθόν αλλά από το μέλλον». Το Woodstock αποτέλεσε την εκτόνωση του γενικευμένου κοινωνικού αναβρασμού από την αμερικανική νεολαία, που διακήρυττε έναν νέο τρόπο ζωής, μακριά από πολέμους.
Το γεγονός καταγράφτηκε στο βραβευμένο με Όσκαρ ντοκιμαντέρ «Woodstock, 1970», ενώ το 2009 κυκλοφόρησε το σενάριο της ταινίας του Ανγκ Λι, με τίτλο: «Έτσι πήραμε το Γούντστοκ». Μισό αιώνα μετά κυκλοφορεί ένα νέο ντοκιμαντέρ. Το «Woodstock: Three Days That Defined a Generation» (Τρεις ημέρες που καθόρισαν μια γενιά) το οποίο επιχειρεί να ρίξει και άλλο φως στο πιο επιδραστικό μουσικό φεστιβάλ όλων των εποχών. Για πρώτη φορά το ενδιαφέρον μετατοπίζεται στους ανώνυμους θεατές. Τι ήταν αυτό που τους έκανε να βρεθούν εκεί. Απάντηση στο ερώτημα δίνουν 50 άτομα που βρέθηκαν εκεί. Ανάμεσά τους και η κοπέλα η φωτογραφία της οποίας έγινε εξώφυλλο του δίσκου που κυκλοφόρησε μετά το φεστιβάλ. Μια νεαρή με ανοιχτόχρωμα μαλλιά και μεγάλα στρογγυλά γυαλιά βυθισμένη στην αγκαλιά ενός αγοριού που την τυλίγει με ένα ελαφρύ πάπλωμα.
Δίπλα της υπάρχει μια χάρτινη πεταλούδα και γύρω της δεκάδες νεαροί, ξαπλωμένοι ή καθιστοί, τυλιγμένοι κι αυτοί σε κουβέρτες. «Δεν θυμάμαι πολλά: ο ουρανός είχε ένα χρώμα πορτοκαλί-ροζ από τα φώτα. Γύρω μας ήταν οικογένειες, ζευγάρια, άνθρωποι που φώναζαν, μωρά που έκλαιγαν… Ο αέρας ήταν υγρός και μύριζε καπνούς από τις φωτιές και το χασίς». Αυτή είναι η ανάμνηση της Bobbi Ercoline όπως την μοιράστηκε μιλώντας στην Guardian και η οποία τυχαία βρέθηκε εκεί. Όπως εξηγεί, ούτε η ίδια ούτε ο φίλος της ήταν χίπις. «Ήμασταν απλά, κανονικά, σκληρά εργαζόμενα παιδιά από μικρές πόλεις. Εγώ δούλευα σε τράπεζα και ο φίλος μου ο Nick εργαζόταν ως οικοδόμος και μπάρμαν». Αυτό που συνέβη ήταν κάτι αυθόρμητο: είδαν τα πρώτα πλάνα από το φεστιβάλ και αποφάσισαν να πάνε. Ένας φίλος τους πήρε το βανάκι της μητέρας του, το γέμισαν με μπίρες και ξεκίνησαν. Σήμερα είναι ακόμα μαζί, ενώ το Woodstock -όπως πιστεύει- απέκτησε μυθικές διαστάσεις στο πέρασμα του χρόνου. «Ήταν όμως μια σημαντική στιγμή. Μισό εκατομμύριο άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στο όνομα της ειρήνης. Έλαβε χώρα στο κατώφλι μεγάλων αλλαγών στην Αμερική: το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα, το χάπι, το Βιετνάμ…».
Σε εκείνες τις τρεις μέρες όσοι βρέθηκαν εκεί, έζησαν την ουτοπία. Μια κατάσταση γλυκιάς μέθης που περιγράφει μοναδικά η Joni Mitchell στο τραγούδι της: «Όταν φτάσαμε στο Γούντστοκ/ Ήμασταν μισό εκατομμύριο και βάλε/Και παντού άκουγες τραγούδια, μια γιορτή/Ονειρεύτηκα τις βόμβες που έπεφταν από τα αεροπλάνα/Πεταλούδες να γίνονται πάνω από τη χώρα μας/Είμαστε αστερόσκονη, είμαστε χρυσαφένιοι/Και πρέπει να γυρίσουμε στον κήπο της Εδέμ».
Σήμερα 50 χρόνια μετά ο Μάιγκ Λαγκ προσπαθεί να το επαναλάβει. «Το φεστιβάλ του 1969 ήταν μία αντίδραση της νεολαίας υπέρ κάποιων σκοπών για τους οποίους νιώθαμε πως άξιζε να παλέψουμε (ανθρώπινα δικαιώματα, δικαιώματα της γυναίκας, ενάντια στον πόλεμο). Σήμερα βιώνουμε παρόμοιες στρεβλώσεις και ένα πράγμα που έχουμε μάθει είναι πως η μουσική έχει τη δύναμη να φέρει κοντά τους ανθρώπους. Ήρθε η ώρα να κάνουμε τη φωνή µας να ακουστεί ξανά» δήλωσε. Ωστόσο, παρόλο που έχει ανακοινώσει επανάληψη του φεστιβάλ στις 15 Αυγούστου, μέχρι σήμερα δεν έχει οριστικοποιηθεί τίποτα. Η πόλη Βερνόν όπου θα γινόταν απέρριψε το αίτημα, κάποιοι καλλιτέχνες που θα συμμετείχαν, όπως η Milley Cyrus και ο Jay Z, απέσυραν το ενδιαφέρον τους και διάφορες νομικές διαμάχες γύρω από τη χρήση του ονόματος Woodstock δεν ξεκαθάρισαν.
Φιλgood, τεύχος 244.