Μετά από δέκα χρόνια παραμονής σε Τουλούζη και Παρίσι, ο μουσικός Αντώνης Χατζηαντώνης από τη Λεμεσό μετακόμισε πρόσφατα στην Αθήνα με σκοπό να μάθει καλύτερα το ρεμπέτικο. Για πρώτη φορά παρουσιάζει στην Κύπρο την παράσταση «Τσιμπητά: Τα ρεμπέτικα της κιθάρας». Είναι μέρος του ρεπερτορίου που γράφτηκε και ηχογραφήθηκε στην Αμερική από Έλληνες μετανάστες κιθαρίστες που έπαιζαν τις μελωδίες, συνόδευαν τους εαυτούς τους και ταυτόχρονα τραγουδούσαν χωρίς τη συνοδεία άλλου οργάνου.  
Η πρώτη του επαφή με το ρεμπέτικο έγινε κατά τη διάρκεια των φοιτητικών χρόνων στην Τουλούζη, όπου σπούδαζε μουσικολογία. Γνώρισε Έλληνες μουσικούς που έπαιζαν ρεμπέτικα κι άρχισε να παίζει μαζί τους. Ο ρόλος της κιθάρας ως συνοδευτικό όργανο, ο τρόπος παιξίματος στις παλιές ηχογραφήσεις και το γεγονός ότι μπορούσε επίσης να διηγείται ιστορίες τραγουδώντας, αποτέλεσαν τα πρώτα κίνητρα και μέχρι σήμερα η μουσική αυτή αποτελεί για τον ίδιο πρόσφορο έδαφος μελέτης και έκφρασης.
Αυτό που τον γοητεύει περισσότερο σ’ αυτά τα τραγούδια είναι η σχέση με το ανθρώπινο συναίσθημα. «Πιστεύω ότι ζούμε σε μια κοινωνία στην οποία ξεχάσαμε πως είναι να κοιταζόμαστε στα μάτια και να μιλάμε. Να εκφράζουμε τα συναισθήματα μας. Μιλάμε σε μια οθόνη, φλερτάρουμε με μια οθόνη, τσακωνόμαστε με μια οθόνη» παρατηρεί ο ίδιος. «Αυτά τα τραγούδια, αυτές οι ιστορίες μπορούν να μας φέρουν πιο κοντά στα συναισθήματα μας. Να μας μάθουν ότι η θλίψη δεν είναι απαραίτητο να κρύβεται. Ότι ο καημός δεν είναι ντροπή. Ότι τη χαρά μπορούμε να τη φωνάζουμε. Ότι την “καψούρα” και τον έρωτα μπορούμε να την εκφράσουμε ευθέως».
Σύμφωνα με τον ίδιο, ένα κοινό χαρακτηριστικό  του ρεμπέτικου με άλλα λαϊκά ιδιώματα ανά τον κόσμο είναι ότι βασίζονται στην προφορική παράδοση. «Δεν είναι μουσικές οι οποίες μεταφέρονται από γενιά σε γενιά με τη χρήση μιας γραπτής παρτιτούρας αλλά με τρόπους πιο ζωντανούς. Από στόμα σε στόμα, από τον μουσικό στον μελλοντικό μουσικό ο οποίος αρχικά είναι ακροατής, αλλά και μεταγενέστερα μέσα από ηχογραφήσεις».
Ο Αντώνης Χατζηαντώνης πιστεύει ότι σήμερα το ρεμπέτικο είναι ζωντανό κι όχι μουσειακό είδος. Μετακομίζοντας στην Αθήνα, διαπίστωσε ότι το είδος ζει και εξελίσσεται μέσω των μουσικών που παίζουν στις μικρές ταβέρνες της πόλης. Παίζεται όμως από μουσικούς με διάφορα ακούσματα κι αυτό μεταφέρεται αναπόφευκτα στο παίξιμο και τη σύνθεση. Όταν παρουσιάστηκε η ανάγκη να γράψει τραγούδια, συνειδητοποίησε ότι στιχουργικά και συνθετικά η επιρροή του ρεμπέτικου είναι μεγάλη. «Η γλώσσα του ρεμπέτικου σήμερα πιστεύω ότι βασίζεται σε αυτό το μείγμα παλιού και καινούργιου. Άνθρωποι του σήμερα παίζουν παλιά κομμάτια, που τ’ αγαπάνε και τους εκφράζουν βαθιά, ερμηνεύοντάς τα όμως σαν άνθρωποι της εποχής τους με μια μικρή δόση – ας μου επιτραπεί ο όρος – “φαντασιακής νοσταλγίας” για την εποχή που ανθούσε και γεννιόταν το ρεμπέτικο».
 
* Λεμεσός, Παλιό Ξυδάδικο, Διήμερο Μουσικής theYard.Residency.19, 7 Σεπτεμβρίου, 8.30μ.μ.
 
Φιλgood, τεύχος 236