Η σπουδαία ερμηνεύτρια μιλά για την Κύπρο, την παρακαταθήκη του Μίκη Θεοδωράκη, τις δοκιμασίες της δημοκρατίας και τη διάβρωση των συλλογικών αξιών σε μια ταραγμένη εποχή.

Η μνήμη, η αφοσίωση και η αντίσταση διατρέχουν τον λόγο της. Η Κύπρος είναι για εκείνη ένα βαθιά εγγεγραμμένο τραύμα και ταυτόχρονα μια επιτακτική υπενθύμιση της Ιστορίας. Μέσα από τη σχέση της με το έργο του Μίκης Θεοδωράκης, αναδεικνύει μια ολόκληρη κοσμοθεωρία όπου η μουσική συναντά την ποίηση, την πολιτική και την ανθρώπινη περιπέτεια. Με αφορμή τη συναυλία-αφιέρωμα στον Μίκη Θεοδωράκη με τη Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου, υπό τη διεύθυνση του γνώριμού της Μύρωνα Μιχαηλίδη, η Μαρία Φαραντούρη αναφέρεται στο πολυδιάστατο σύμπαν του μεγάλου μουσουργού, αλλά και στη μνήμη μιας εποχής που σφράγισε τη δική της διαδρομή, ενώ επιμένει στην ανάγκη υπεράσπισης όσων κατακτήθηκαν με σκληρούς αγώνες.

Έχετε μια ιδιαίτερη σχέση με την Κύπρο. Τι σας συγκινεί περισσότερο κάθε φορά που επιστρέφετε; Το πρώτο τραγούδι του Μίκη που τραγούδησα και ηχογράφησα ήταν «Το Ματωμένο Φεγγάρι» για την Κύπρο, σε στίχους του Νίκου Γκάτσου. Με συγκινεί μέχρι σήμερα, όπως βέβαια με συγκινεί πάντα η σύγχρονη Ιστορία της Κύπρου, η τραγωδία του κυπριακού λαού, των κατεχομένων, των αγνοουμένων, των νεκρών. Είναι η Ιστορία που σφράγισε τη γενιά μου. Το «Δεν ξεχνώ» ισχύει, το τραγούδησα κι αυτό για τη σειρά της τηλεόρασης. Τον καιρό της Δικτατορίας που ζούσα στην Ευρώπη και δε μπορούσα να πάω Ελλάδα, για να δω τους γονείς μου ήρθαμε στην Κύπρο, θυμάμαι, στον Δαυλό, που σήμερα είναι κατεχόμενος. Μετά ήρθα πολλές φορές καλλιτεχνικά, πρώτη φορά ήρθαμε νομίζω το 1965, ή το 1966 με τον Μίκη και βέβαια μετά μόνη μου πολλές φορές επίσης. Κάθε φορά που επιστρέφω στην Κύπρο επιστρέφουν και οι αναμνήσεις μου, οι αγώνες και η άδικη αντιμετώπιση της Κύπρου με την εισβολή και κατοχή των Τούρκων το ‘74.

-Πώς βλέπετε την κυπριακή υπόθεση σήμερα; Διακρίνετε να υπάρχει ακόμη παράθυρο ελπίδας για λύση; Αν αφήναν τον κυπριακό λαό να ‘βρισκε λύση από μόνος του, είμαι σίγουρη ότι θα έβρισκε, αλλά η Τουρκία και τα διάφορα διεθνή συμφέροντα για την περιοχή εμποδίζουν κι ενεργούν, παρά τα όσα λένε, αρνητικά. Μόνο να ευχηθώ μπορώ αυτό που αισθάνομαι, να μπορέσει η Κύπρος να ζήσει με ειρήνη και πρόοδο ενωμένη μια μέρα, με ελεύθερα τα κατεχόμενα όπως αξίζει και πρέπει στο λαό της που τόσα και τόσα έχει περάσει.

Πώς βιώνετε αυτή τη συνάντηση με τη Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου και τι προσδοκάτε; Προσδοκώ μια ωραία μουσική βραδιά. Χαίρομαι που μετά το Ηράκλειο και τη Θεσσαλονίκη θα παρουσιάσουμε εδώ στην Κύπρο μαζί με τον σπουδαίο διεθνή μαέστρο Μύρωνα Μιχαηλίδη κλασική μουσική και τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη και για πρώτη φορά με τη Συμφωνική της Κύπρου. Είμαι σίγουρη για την επιτυχία και προσωπικά αδημονώ να συναντήσω το αγαπημένο κυπριακό κοινό.

Πιστεύετε ότι σήμερα οι συμφωνικές ορχήστρες μπορούν να έχουν ακόμη κοινωνικό ρόλο, πέρα από τον αισθητικό; Η ύπαρξη και αποστολή της κρατικής συμφωνικής ορχήστρας παίζει κεντρικό ρολό για τη μουσική κουλτούρα κάθε χώρας. Είναι στο κέντρο των μουσικών εκδηλώσεων. Εξαρτάται βέβαια κι από την πολιτική που εφαρμόζει ο εκάστοτε διευθυντής. Στην Ελλάδα π.χ. ο Μύρων Μιχαηλίδης έχει διαδραματίσει μεγάλο ρόλο τόσο στην Αθήνα, όσο και στη Θεσσαλονίκη και στο Ηράκλειο Κρήτης σήμερα, ενεργοποιώντας το ενδιαφέρον του κοινού για την κλασική μουσική, φέρνοντας τη μουσική στο κέντρο του σύγχρονου πολιτισμού. 

-Τι σημαίνει για σας να ερμηνεύετε Μ. Θεοδωράκη στην Κύπρο στη συγκεκριμένη συγκυρία; Ο Θεοδωράκης είναι ένας μεγάλος μουσουργός και στα 100 χρόνια από τη γέννησή του παρουσιάζουμε ένα αντιπροσωπευτικό μέρος από το πολύ μεγάλο έργο του. Τα τελευταία τραγούδια της «Οδύσσειας», αλλά και παλαιότερα γνωστά τραγούδια με εξαιρετικές ενορχηστρώσεις για συμφωνική ορχήστρα του Αντώνη Σουσάμογλου και Λάζαρου Τσαβδαρίδη. Επίσης, θα παρουσιαστεί το κλασικό του έργο «Ελληνική Αποκριά». Η ποιότητα και η διαχρονικότητα της μουσικής και των τραγουδιών του Μίκη θα αναδειχτούν και στη συναυλία αυτή, πολύ περισσότερο όταν συμμετέχει η Συμφωνική Ορχήστρα της Κύπρου, με την οποία χαίρομαι ιδιαιτέρως  που θα συνεργαστώ υπό τη διεύθυνση του Μύρωνα Μιχαηλίδη.

Η «Οδύσσεια» γράφτηκε από έναν Θεοδωράκη 80 ετών, που επέστρεφε μ’ έναν απρόσμενο λυρισμό. Τον νιώσατε τότε πιο συμφιλιωμένο με τον κόσμο ή πιο ανήσυχο από ποτέ; Έχω την αίσθηση ό,τι το δημιουργικό δαιμόνιο του Μίκη δεν ησύχαζε ποτέ. Θυμάμαι, όταν ηχογραφούσαμε στο στούντιο, θέλησε να τραγουδήσει κι αυτός δυο τραγούδια από την «Οδύσσεια». Το ένα έχει τον τίτλο «Εγώ περπάτησα στον Άδη ζωντανός» και ήταν ενδεικτικό, ήθελε να μας πει ό,τι θα πάλευε ακόμα κι από τον Άδη. Η «Οδύσσεια» σε στίχους Κώστα Καρτελιά είναι ένα έργο απολογισμού για τον Μίκη, υπάρχουν μέσα στα τραγούδια όλες οι φάσεις της ζωής του, είναι ο νεαρός επαναστάτης των πρώτων συμφωνικών του αναζητήσεων, είναι ο λαϊκός δημιουργός που έδωσε φωνή σ’ έναν ολόκληρο λαό, είναι ο πολιτικός, ο αγωνιστής της εξορίας και της σύγκρουσης αλλά κι ο στοχαστής των ύστερων χρόνων που κοιτάζει το έργο του σαν ενιαίο σώμα. Στην «Οδύσσεια» ξαναγράφεται ο μύθος στη σύγχρονη κοινωνία, ταξίδια, περιπέτειες της ζωής που ζούμε και σήμερα. Η «Οδύσσεια» συνεχίζεται.

Τελικά, ποιος ήταν ο «πιο αληθινός» Μίκης για εσάς; Ο Μίκης που ξέρουμε όλοι και θα μείνει στην Ιστορία. Ο μεγάλος μουσουργός που εμπνεύστηκε από τους αγώνες του λαού του, και δημιούργησε ένα πολύπλευρο μουσικό έργο, ένας αγωνιστής που πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του σε φυλακές και εξορίες για την υπεράσπιση των ιδεών του. Ο Μίκης είναι μοναδικό παράδειγμα μουσουργού- αγωνιστή με παγκόσμια εμβέλεια και τεράστιο έργο.

Πέντε χρόνια μετά την απώλειά του, υπάρχει κάποια μικρή, καθημερινή στιγμή μαζί του που επιστρέφει συχνά στη μνήμη σας; Είναι στιγμές που νομίζω ό,τι είναι μαζί μας στη σκηνή και διευθύνει με τη λάμψη που διέθετε και τα μεγάλα σα φτερά χεριά του.

Υπήρξε ποτέ κάποιο περιστατικό μαζί του που σας αιφνιδίασε, που δεν ταίριαζε με τη δημόσια εικόνα του; Ναι, είχε τέτοιες στιγμές, που είναι χαρακτηριστικό των μεγάλων καλλιτεχνών, οι οποίοι είναι ταυτόχρονα και ανήσυχοι ως άνθρωποι, πολλές φορές με αντιφάσεις ή απότομες αλλαγές θυμικού. Όμως αυτό που τον χαρακτήριζε κυρίως ήταν η συνεχής δημιουργία, ακόμα και κάτω από τις πιο δύσκολες συνθήκες.

Πόσο απλό είναι να διατηρείται ζωντανό ένα τόσο φορτισμένο πολιτικά ρεπερτόριο χωρίς να καθίσταται «μουσειακό»; Του Μίκη το έργο είναι πολυσύνθετο. Ο κόσμος γνωρίζει μόνο ένα μικρό κομμάτι του έργου αυτού. Επειδή ήταν μεγάλος μουσικός γι’ αυτό έγραψε και εξαιρετικά λαϊκά τραγούδια και πολιτικά τραγούδια σε ιδιαίτερα ευαίσθητες ιστορικές στιγμές, αλλά και λυρικά, ερωτικές μπαλάντες. Έγραψε, όμως, και μεγάλα ορατόρια, καντάτες, συμφωνίες. Μελοποίησε με επιτυχία όλους σχεδόν τους μεγάλους σύγχρονους Έλληνες ποιητές. Στο εξωτερικό είναι γνωστός για το σύνολο του έργου του. Νομίζω ότι η αξία του έργου αυτού είναι κατά πρώτον μουσική και μετά πολιτική. Γι’ αυτό και το έργο αυτό παραμένει ζωντανό κι όχι μουσειακό. Ξέρετε πόσοι γράφουν πολιτικά τραγούδια που ξεχνιούνται διότι δεν έχουν τη μεγάλη μελωδία, ή τη μουσική έμπνευση, τη σύνθεση εκείνη που να τα υποστηρίζει;

Έχετε ταυτιστεί με μια εποχή όπου η τέχνη ήταν βαθιά συνδεδεμένη με την ελευθερία και την αντίσταση. Πώς βλέπετε την έννοια της αντίστασης σήμερα; Έχει αλλάξει ουσία και μορφή; Η αντίσταση στα κακώς κείμενα είναι μια στάση ζωής, δεν είναι ευκαιριακή. Ο καλλιτέχνης αν δεν έχει ιδανικά και αξίες να υποστηρίζει σημαίνει ό,τι δεν πιστεύει στην τέχνη του, δεν πιστεύει στον λαό του. Είναι ένας καλλιτέχνης- διασκεδαστής. Η αληθινή τέχνη είναι απαιτητική, θέλει αφοσίωση και περιεχόμενο κι αυτό είναι καλό να το ξέρουν οι νέοι που μπαίνουν στο τραγούδι. Τελικά όλα είναι θέμα επιλογής.

-Νιώθετε ότι έχουμε απομακρυνθεί από τις αξίες που κάποτε υπερασπίστηκε η γενιά σας; Ναι, το νιώθω. Εύχομαι στη νέα γενιά να βρει να υπερασπιστεί τις δικές της αξίες, αλλιώς θα είναι θύμα στις ορέξεις κάθε δυνατού. Η γενιά μου είχε προσωπικότητα, δεν έχει σημασία αν και ποσό δικαιώθηκε. Σημασία έχει που έδωσε τον αγώνα τον καλό.

Υπάρχει έδαφος για συλλογικότητα ή ζούμε σε μια εποχή ακόμη πιο βαθιά ατομικιστική; Τα σημάδια και οι κατευθύνσεις που επικρατούν είναι «κοίταζε τη δουλειά σου», «κοιτά εσύ να κερδίζεις κι άσε τους άλλους», «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» κι άλλα τέτοια. Οι συλλογικότητες έχουν εκλείψει προ πολλού γιατί έχουν υποβαθμιστεί οι συλλογικές αξίες της αλληλεγγύης, της συνεργασίας, της ειρήνης κι αυτό δημιουργεί μια κοινωνία σκληρή, μια κοινωνία αρπακτικών και βίας. Η δε πολιτική δεν έχει το ανάστημα που είχε παλιότερα. Η κάθε δράση φέρνει αντίδραση κι ελπίζω ο κόσμος και κυρίως οι νέοι να αντιδράσουν κάποια στιγμή θετικά και με θετικά πρότυπα, αλλιώς θα επικρατεί η επιφάνεια εις βάρος της ουσίας, το ψεύτικο αντί του αληθινού, το κέρδος πάση θυσία, η βία κ.λπ. που δε θέλω ούτε να τα αναφέρω.

Στις μέρες μας οι κρίσεις διαδέχονται η μία την άλλη και η δημοκρατία μοιάζει όλο και λιγότερο αυτονόητη. Θεωρείτε ότι πρόκειται για παροδική ιστορική φάση ή για μια μετακίνηση του τρόπου που οργανώνονται οι κοινωνίες μας; Θα ήθελα να ήταν κάτι παροδικό κι όχι ένα κακό όνειρο, ένας εφιάλτης που θα επικρατήσει. Η δημοκρατία και η ελευθερία κατακτήθηκαν με θυσίες και χιλιάδες θύματα. Όποιος δεν υπερασπίζεται τις αιώνιες ανθρώπινες αξίες, θα ‘ναι άξιος της μοίρας του. Πιστεύω στις ανεξάντλητες ηθικές και πνευματικές δυνάμεις του ανθρώπου κι ελπίζω να μη δει η ανθρωπότητα να επαναλαμβάνονται οι χειρότερες στιγμές του παρελθόντος.

Σήμερα η μουσική καταναλώνεται γρήγορα και αποσπασματικά. Χάνεται κάτι από τη βαθιά ακρόαση; Πράγματι, ζούμε στην εποχή του «λίγο και γρήγορα», δηλαδή στην εποχή του Facebook, του TikTok και των άλλων, υποτίθεται, επικοινωνιακών μέσων. O κόσμος όλο και λιγότερο διαβάζει βιβλία, τον κουράζουν, όλο και λιγότερο απολαμβάνει μουσική, τελικά όλο και λιγότερο σκέφτεται, όλο και λιγότερο αγαπά. Αυτή η αυτοματοποίηση των ανθρώπων που μοιάζουν μηχανάκια, δεν σας κρύβω ότι με τρομάζει. Γι’ αυτό και επιμένω να τραγουδώ υψηλή ποίηση κι ευτυχώς υπάρχει ανταπόκριση ακόμα κι από νέους στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, κάτι σημαίνει αυτό. Υπάρχει ελπίδα.

Τι σας ελκύει στη νέα ελληνική μουσική; Υπάρχει κάποιος δημιουργός που ξεχωρίζετε; Ναι, υπάρχουν νέοι που ακολουθούν με τον τρόπο τους τη σύνθεση τραγουδιών σαν συνέχεια με νέα μορφή ασφαλώς του έντεχνου τραγουδιού. Όπου μπορώ συνεργάζομαι μαζί τους και τους ενθαρρύνω στο έργο τους. Έχουμε τέτοιο μουσικό και ποιητικό πλούτο παράδοσης, που θα ήταν κρίμα να μη συνεχιστεί και να μην ανανεωθεί από τις νέες γενιές αυτή η πολύτιμη κληρονομιά.

Ποιο είναι το πιο καθοριστικό στοιχείο σε μια διαδρομή όπως η δική σας; Το χάρισμα, ο επαγγελματισμός, οι επιλογές, η στάση ζωής…; Η πολύ δουλειά κι η αφοσίωση σ’ αυτό που κάνεις, η θέληση κάθε φορά να το κάνεις καλύτερα και να μη σταματάς ποτέ την αναζήτηση και νέων ερμηνειών, νέων μουσικών εκφράσεων. Τέλος, η αμείωτη εκτίμηση για το κοινό σου, αυτό που σε βοηθά να υπάρχεις και να δημιουργείς.