«Το βέλος που δεν πληγώνει» του Βασίλη Μαυρογεωργίου σε σκηνοθεσία Μάριου Θεοχάρους.
Η φθινοπωρινή σεζόν παιδικού θεάτρου έχει σιγά- σιγά αρχίσει κι αναμένουμε μ’ ενδιαφέρον το τοπίο που θα διαμορφωθεί, που προμηνύεται και φέτος ιδιαίτερα ανταγωνιστικό. Ανταγωνιστικό σε σχέση με άλλες επιλογές παιδιών και γονέων κι όχι των παραστάσεων μεταξύ τους, θέλω να πιστεύω. Το ζήτημα με τις εγχώριες παιδικές παραγωγές είναι ότι δεν επιχορηγούνται από τον κρατικό κορβανά –τουλάχιστον όχι άμεσα. Και συνεπώς είναι υποχρεωμένες να προσεγγίζουν τις καλλιτεχνικές τους προτάσεις έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού τόσο την εμπορική επιτυχία όσο και την προοπτική επιλογής από σχολεία της επικράτειας.
Η φθινοπωρινή σεζόν παιδικού θεάτρου έχει σιγά- σιγά αρχίσει κι αναμένουμε μ’ ενδιαφέρον το τοπίο που θα διαμορφωθεί, που προμηνύεται και φέτος ιδιαίτερα ανταγωνιστικό. Ανταγωνιστικό σε σχέση με άλλες επιλογές παιδιών και γονέων κι όχι των παραστάσεων μεταξύ τους, θέλω να πιστεύω. Το ζήτημα με τις εγχώριες παιδικές παραγωγές είναι ότι δεν επιχορηγούνται από τον κρατικό κορβανά –τουλάχιστον όχι άμεσα. Και συνεπώς είναι υποχρεωμένες να προσεγγίζουν τις καλλιτεχνικές τους προτάσεις έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού τόσο την εμπορική επιτυχία όσο και την προοπτική επιλογής από σχολεία της επικράτειας.
Με αυτά τα δεδομένα, μια παράσταση πιο απελευθερωμένη από τέτοια βαρίδια θεωρητικά παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, πολλώ δε μάλλον όταν αποτελεί μια από τις επιλεκτικές αμιγώς εγχώριες παραγωγές του επιφανέστερου κρατικού φεστιβάλ. Οπωσδήποτε η συνθήκη αυτή επιφορτίζει το Θέατρο Τσέπης και την παράσταση «Το βέλος που δεν πληγώνει» με επιπλέον ευθύνες, όμως αυτό εξισορροπείται από την οικονομική και θεσμική ενίσχυση μέσω της διοργάνωσης.
Χωρίς να έχει στο μπροστινό μέρος του μυαλού την οικονομική βιωσιμότητα του εγχειρήματος και την εμπορική αποδοχή, το Θέατρο Τσέπης βγαίνει αυτομάτως εκτός «συναγωνισμού» κι έχει την άνεση να αναμετρηθεί μόνο με τον εαυτό του και τα όριά του. Δεν θέλω φυσικά με όλα αυτά να υποστηρίξω ότι το Διεθνές Φεστιβάλ Κύπρια αδιαφορεί πλήρως για την εισπρακτική ανταπόκριση. Κι αν οι ιθύνοντες έχουν μέχρι στιγμής διαπιστώσει ότι σε γενικές γραμμές δεν έχουν πείσει το κοινό να ανταποκριθεί με την επιθυμητή μαζικότητα, αυτό θα πρέπει να προβληματίσει αλλά σε καμία περίπτωση να αποπροσανατολίσει. Πρέπει να υποστηρίξουν τις επιλογές τους, το όραμα και την πραγματική προοπτική για αλλαγή σελίδας και το κοινό χρειάζεται κι αυτό μερικές φορές τον χρόνο του για να μεταβολίσει τις αλλαγές.
Η παράσταση που σκηνοθετεί ο Μάριος Θεοχάρους δεν είναι μια ριζοσπαστική πρόταση που ήρθε να ταράξει τα νερά στο πεδίο του παιδικού θεάτρου στην Κύπρο. Κι έχεις επίσης την αίσθηση ότι βασικό πρόβλημα είναι ότι παλινδρομεί μπροστά στην απόφαση για την ηλικιακή ομάδα στην οποία στοχεύει. Είναι τα πολύ μικρά παιδιά; Τα μεγαλύτερα; Οι ενήλικες; Όλοι μαζί; Το αποτέλεσμα είναι να τους κερδίζει μεν όλους, αλλά χωρίς να τους ικανοποιεί απόλυτα.
Είναι όμως και μια πρόταση με πολλές αρετές που καταφέρνει να περάσει τα ζουμερά της μηνύματα με μια αξιοσημείωτη αμεσότητα, απλότητα και σαφήνεια, χωρίς να φλυαρεί και να ηθικολογεί και στοχεύοντας κατευθείαν στο θυμικό του θεατή. Κάθε ηλικίας. Αυτό από μόνο του αποτελεί μια μικρή κατάκτηση για την ομάδα που αγκαλιάζει το πνεύμα του κειμένου και το ύφος του συγγραφέα. Ο «πατέρας» της θρυλικής ντανταϊστικής «Κατσαρίδας» Βασίλης Μαυρογεωργίου έχει μια πολύ σοβαρή και υπεύθυνη αίσθηση χιούμορ κι είναι ένας δεινός παραμυθάς, χωρίς όμως να μπομπάρει τον υποδόριο ιστό του κειμένου με πολλαπλές ερμηνείες και περισπούδαστες αλληγορίες. Όπως κάθε παραμύθι με βασιλιάδες, ιππότες και δράκους είναι ένας εύσχημος τρόπος να μεταφέρεις στα παιδιά προβληματισμούς σε σχέση και με την πολιτική και την εξουσία, τη δικαιοσύνη και την ελευθερία, την τιμιότητα και την απληστία, καλλιεργώντας μέσα τους τα κριτήρια για να διαμορφωθούν ως υποψιασμένοι πολίτες του αύριο.
Πρόσεξα ότι οι συντελεστές στην προώθηση του έργου επέμεναν στο ζήτημα της ενσυναίσθησης. Αυτό όμως είναι ένα χαρακτηριστικό όλων σχεδόν των παραμυθιών, που διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στον ηθικό, γνωστικό και συγκινησιακό ανεφοδιασμό της ευαίσθητης παιδικής ψυχοσύνθεσης. Βοηθούν τα παιδιά να δουν τη ζωή μέσα από τα μάτια των άλλων. Ρίζα είναι πάντα η πραγματική ζωή κι όταν το στοιχείο αυτό αποκόπτεται εντελώς από τον ορίζοντα του θεατή χάνεται ένα καθοριστικό φορτίο από τη δυναμική της κοινωνικής αγωγής. Η παράσταση αυτή έχει βρει την ισορροπία σε επίπεδο σκηνοθεσίας, ερμηνειών, κίνησης, ηχητικού και φωτιστικού σχεδιασμού, αλλά και σε ό,τι αφορά το εικαστικό μέρος για να υπηρετήσει τις προθέσεις του Μαυρογεωργίου και να επικοινωνεί τα μηνύματά του έργου χωρίς να αποσυντονίζει τον θεατή.
Φιλgood, τεύχος 240