Στις 2 Σεπτεμβρίου του 2001, στην Πάφο, όπου έκανε τις διακοπές του για αρκετά χρόνια, αφήνει την τελευταία του πνοή ένας 79χρονος άνδρας, μετά από μια σοβαρή κρίση άσθματος. Η ρευματοειδής αρθρίτιδα στα χέρια, από την οποία έπασχε επί σχεδόν δύο δεκαετίες, τον είχε απομακρύνει από τα χειρουργεία, όχι όμως και από τα φώτα της δημοσιότητας. Και αυτό ήταν φυσικό και αναμενόμενο, αφού ο άνδρας αυτός ήταν ο Κρίστιαν Μπάρναρντ.
Αναρωτιέμαι τι μπορεί να σημαίνει αυτό το όνομα για τους νεότερους. Ίσως τίποτα. Αλλά εκείνο το πρωινό του Δεκεμβρίου του 1967, τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων σε ολόκληρο τον πλανήτη απεικόνιζαν το χαμόγελο ενός γοητευτικού άνδρα, που το όνομά του, περνώντας από στόμα σε στόμα, θα γινόταν θρύλος μέσα σε λίγες ώρες. Ήταν ο Νοτιοαφρικανός Κρίστιαν Μπάρναρντ και είχε επιτύχει το απίστευτο: είχε μεταμοσχεύσει σε έναν 53χρονο ασθενή, που έπασχε από καρδιακή ανεπάρκεια, την καρδιά ενός 18χρονου κοριτσιού που είχε τραυματιστεί θανάσιμα σε τροχαίο δυστύχημα.
Αναρωτιέμαι τι μπορεί να σημαίνει αυτό το όνομα για τους νεότερους. Ίσως τίποτα. Αλλά εκείνο το πρωινό του Δεκεμβρίου του 1967, τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων σε ολόκληρο τον πλανήτη απεικόνιζαν το χαμόγελο ενός γοητευτικού άνδρα, που το όνομά του, περνώντας από στόμα σε στόμα, θα γινόταν θρύλος μέσα σε λίγες ώρες. Ήταν ο Νοτιοαφρικανός Κρίστιαν Μπάρναρντ και είχε επιτύχει το απίστευτο: είχε μεταμοσχεύσει σε έναν 53χρονο ασθενή, που έπασχε από καρδιακή ανεπάρκεια, την καρδιά ενός 18χρονου κοριτσιού που είχε τραυματιστεί θανάσιμα σε τροχαίο δυστύχημα.
Εκτός από την «κατάκτηση» του Διαστήματος από τον Γιούρι Γκαγκάριν, τον Απρίλιο του 1961, και την προσελήνωση του «Απόλλων 11», τον Ιούλιο του 1969, δυσκολεύομαι να θυμηθώ άλλα ανθρώπινα επιτεύγματα που να συγκλόνισαν τόσο τον κόσμο τα τελευταία εξήντα χρόνια. Κι αυτή τη φορά, μάλιστα, το «θαύμα» ενέπλεκε το πιο ευγενικό και υμνημένο όργανο του ανθρώπου, την καρδιά, τον φορέα των συναισθημάτων για τους ποιητές (και όχι μόνο)…
Μπορεί εκείνος ο πρώτος ασθενής, ο Λούις Βασκάνσκι, να μην έζησε παρά μόνο δεκαοκτώ μέρες, αλλά ο δρόμος είχε ανοίξει. Έκτοτε οι μεταμοσχεύσεις θα πολλαπλασιάζονταν και, τελικά, θα γίνονταν σχεδόν ρουτίνα για τους γιατρούς. Όχι όμως και για τους ασθενείς, όπου μια επιτυχημένη μεταμόσχευση σημαίνει πάντα μια δεύτερη ευκαιρία ζωής.
Πέρα, όμως, από τους λήπτες των οργάνων, υπάρχουν και οι δότες. Και καθώς η πλειονότητα των μεταμοσχεύσεων γίνεται από πτωματικούς δότες, δίπλα σε κάθε τέτοιο θρίαμβο της ζωής, υπάρχει και μια ελεγεία θανάτου… Ή, ίσως, ακόμα και ένας γονιός που, μέσα σε ελάχιστο χρόνο, πρέπει να αποφασίσει αν θα δωρίσει τα όργανα του παιδιού του… Είναι, λοιπόν, τόσο δύσκολο να μετουσιωθεί μια τέτοια ιατρική πράξη σε λογοτεχνική εποποιία, που ελάχιστοι το έχουν επιχειρήσει. Αυτή όμως είναι η περίπτωση της Γαλλίδας Μαϊλίς ντε Κερανγκάλ, στο βιβλίο της Γέφυρα ζωής. Μόνο που ο δικός της Μπάρναρντ λέγεται Αρφάνγκ…
Ζώντες και τεθνεώτες, δότης και λήπτες, ασθενείς, νοσηλευτές και γιατροί, τοπία και χώροι, οι εκβολές ενός ποταμού, πενθούντες και ελπίζοντες, γόνοι ιατρικών δυναστειών και μελαψοί μετανάστες από χωριά με φτελιές και ευκαλύπτους, όλοι και όλα εμφανίζονται ισότιμα. Ακόμα και μια καρδερίνα από το Αλγέρι, καθώς «το πάθος της υπερέβαινε τη μουσικότητα του τραγουδιού της και οφειλόταν κυρίως στη γεωγραφία: το κελάηδημα αναπαριστούσε μια περιοχή. […] Εμφάνιζε ένα τοπίο, ζωντάνευε μια τοπογραφία, έκανε απτό το έδαφος και το κλίμα. Ένα κομμάτι του πλανητικού ψηφιδωτού έπαιρνε σχήμα στο ράμφος της και […] έβγαζε μια συμπαγή, αρωματική, απτή και πολύχρωμη ολότητα».
Παρ’ όλη όμως αυτή την «ισότητα», εκείνος που εγγράφεται στο τέλος εναργέστερα στη μνήμη είναι ο Τομά, που αναλαμβάνει, «επισκευάζοντας» τον νεκρό, να τον επιστρέψει στον συνηθισμένο θάνατο και στη συντροφιά των ανθρώπων. Και τραγουδάει… «Το τραγούδι απλώνεται κι άλλο μέσα στο χειρουργείο, ενώ ο Τομά τυλίγει τον νεκρό σε ένα ολοκάθαρο σεντόνι […] και, βλέποντάς τον κανείς να δουλεύει, θα αναλογιστεί τις νεκρικές τελετές που διατηρούσαν ανέπαφη την ομορφιά του αρχαίου Έλληνα ήρωα που έπεσε με ελεύθερη βούληση στο πεδίο της μάχης, την ιδιαίτερη αυτή φροντίδα που αποσκοπεί στην αποκατάσταση της εικόνας, έτσι ώστε να εξασφαλίσουν στον νεκρό μια θέση στη μνήμη των ανθρώπων».
Ναι, σίγουρα δεν είναι ένα γιορτινό βιβλίο, είναι όμως ένα βιβλίο που αξίζει με το παραπάνω τον χρόνο που θα του αφιερώσετε.
ΥΓ: Όταν ανέλαβα τη στήλη, είχα μια αμφιβολία κατά πόσο ήταν έντιμο να αναφέρομαι σε βιβλία τα οποία έχω επιμεληθεί. Την παραμερίζω χωρίς τύψεις γι’ αυτό το συγκλονιστικό βιβλίο, που θέτει με τον πιο ήσυχο, αλλά και τον πιο δυνατό τρόπο, ερωτήματα που είναι σχεδόν αδύνατο να απαντηθούν. Ο τίτλος του (γαλλικού) πρωτοτύπου είναι Réparer les vivants (Επισκευάζοντας τους ζωντανούς). Από τον εκδότη θεωρήθηκε πολύ προκλητικός και προκρίθηκε ο τίτλος που είχε επιλεγεί στη γερμανική έκδοση. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καλέντη.
ΥΓ: Όταν ανέλαβα τη στήλη, είχα μια αμφιβολία κατά πόσο ήταν έντιμο να αναφέρομαι σε βιβλία τα οποία έχω επιμεληθεί. Την παραμερίζω χωρίς τύψεις γι’ αυτό το συγκλονιστικό βιβλίο, που θέτει με τον πιο ήσυχο, αλλά και τον πιο δυνατό τρόπο, ερωτήματα που είναι σχεδόν αδύνατο να απαντηθούν. Ο τίτλος του (γαλλικού) πρωτοτύπου είναι Réparer les vivants (Επισκευάζοντας τους ζωντανούς). Από τον εκδότη θεωρήθηκε πολύ προκλητικός και προκρίθηκε ο τίτλος που είχε επιλεγεί στη γερμανική έκδοση. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καλέντη.
Φιλgood, τεύχος 246