Χρήστος Αργυρού: «Αίρωτες ερετικοί», εκδόσεις Γκοβόστη, 2019

Με τη συλλογή «Αίρωτες ερετικοί» ο Χρήστος Αργυρού αποκαλύπτει μια σχεδόν αθέατη έως τώρα πλευρά της συγγραφικής του δραστηριότητας, τη σατιρική. Ο συγγραφέας σατιρίζει αστικές συνήθειες της εποχής μας, τον καθωσπρεπισμό, την επιτήδευση, τη συνήθεια και τον μαρασμό. Στην κριτική θεώρησή του υπερισχύει το χιούμορ και όχι η καυστικότητα, ο χλευασμός και όχι η καταγγελτικότητα, η ανάλαφρη διαπόμπευση και όχι η βαριά κατηγορηματικότητα. Το χιούμορ του συγγραφέα και η σατιρική του διάθεση, έχω την άποψη ότι επενεργούν πάνω στον αναγνώστη ως θεραπευτικό ελιξίριο έναντι όλων των σύγχρονων κοινωνικών παθογενειών.

 
Το βιβλίο περιλαμβάνει 19 διηγήματα, κάποια από τα οποία θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν και ως χρονογραφήματα, ενώ κάποια άλλα ως πεζόμορφα ποιήματα. Γενικά, το ποιητικό στοιχείο είναι ευδιάκριτο σχεδόν σε όλο το βιβλίο.
 
Από τις πιο καλές στιγμές της συλλογής θεωρώ το διήγημα «Απελπισία», (σελ. 95) ένα αφήγημα κοινωνικής κριτικής και κοινωνιολογικής ανάλυσης τού τι εστί κοινωνική ανέλιξη στη σύγχρονη κυπριακή κοινωνία. Εδώ συναντούμε σάτιρα, καυστική κριτική ειρωνεία, διακωμώδηση – διαπόμπευση ηθών, συνηθειών και νοοτροπιών καθ’ όλα γνώριμων σε όλους μας. Το διήγημα αυτό συνιστά και μιας μορφής ανατομία της κοινωνικής διαστρωμάτωσης στην πατρίδα μας. Συναντούμε τη ματαιοδοξία, την επιδειξιομανία, τον εύκολο πλουτισμό και μια υψηλή κοινωνία, μινιατούρα και καρικατούρα των όσων συμβαίνουν πιθανόν εις …Παρισίους και αλλού. Οι τοκογλύφοι τσιφλικάδες που έγιναν σύγχρονοι επιχειρηματίες και ντιβέλοπερς, οι πάλαι ποτέ κομμουνιστές που τώρα έγιναν φιλελεύθεροι και συνεργάζονται πλουτίζοντας με Ρώσους ολιγάρχες και πάει λέγοντας. Τόσο προφανή, τόσο οικεία και γνώριμα τα όσα περιγράφει ο συγγραφέας. Και με πόσο ανάλαφρο αλλά καίριο τρόπο τα αποδομεί και τα διασύρει, απογυμνώνοντας τα από κάθε ηθικό φραγμό, από κάθε καθωσπρεπισμό και επιτήδευση.
 
Ιδιαίτερη αναφορά θέλω να κάμω και στο διήγημα «Βούτσες σγοιαν τα πομιλόρκα τζιαι στομόσειλον κκεράζιν», (σελ. 15) που έχει αποδοθεί εξολοκλήρου στην κυπριακή διάλεκτο. Ο Χρ. Α. βάζει τους τέσσερις ευαγγελιστές Μάρκο, Λουκά, Ματθαίο και Ιωάννη να δελεάζονται και να σχολιάζουν εκστασιασμένοι την «πέρκαλλην» του χωριού «ανταν να μπει της εκκλησιάς». Ο ανυποψίαστος αναγνώστης πιστεύει πως έχει να κάμει με τέσσερις νέους του χωριού, ξετρελαμένους με μιαν «κορασιάν», μέχρι που αντιλαμβάνεται ότι οι ξελιγωμένοι συνομιλητές είναι οι τέσσερις ευαγγελιστές, κυρίως οι δύο εξ αυτών, από τα εικονίσματά τους. Πιστεύω πως μέσα από το συγκεκριμένο διήγημα αναδεικνύεται και η ποιητική διάσταση του συγγραφέα. Εξάλλου, εκεί πρωτοθήτευσε στα γράμματα, μάλιστα με τρεις ποιητικές συλλογές.
 
Ο «Απόπλους» (σελ. 41) είναι ένα από τα πιο εκτενή διηγήματα της συλλογής, που συνιστά ταυτόχρονα και αισθητικο-στυλίστικό, αλλά και αφηγηματικό επίτευγμα, καθώς δεν αρκείται μόνο σ’ ένα ανεκδοτολογικό περιστατικό. Αντιθέτως, αναπαριστά μιαν ολόκληρη εποχή, μ’ ένα πολύ ενδιαφέρον τρόπο. Όταν ο Γεώργιος Βιζυηνός και ο Βασίλης Μιχαηλίδης, στα πρώτα νεανικά τους χρόνια, ζούσαν, την ίδια εποχή, στη Λευκωσία ως εκκλησιαστικοί οικότροφοι. Ο μεν πρώτος ερωτεύεται παθιασμένα νεαράν ημεδαπή, για να δεχθεί τα έμμετρα πειράγματα του δεύτερου. Ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτο βρίσκω τον τρόπο που ο συγγραφέας αποδίδει την αφήγηση. Αρχικά με την καθαρευόυσα του Βιζυηνού και του Παπαδιαμάντη, κάποια διαλογικά μέρη με την κυπριακή ντοπιολαλιά, αλλά και με έμμετρα παραθέματα να εμπλουτίζουν αισθητά – και ασφαλώς αισθητικά – το όλο εγχείρημα. Πρόκειται για μια από τις πιο σύνθετες και ενδιαφέρουσες προσπάθειες του συγγραφέα. Όχι μόνο για τον στιλιστικό βαθμό δυσκολίας, αλλά και για το φαντασιακό στοιχείο που επιστρατεύεται τόσο γόνιμα και τόσο δημιουργικά. 
 
Ολοκληρώνω την αναφορά μου στα σχετικά πιο εκτενή αφηγήματα του Χρ. Α. με το διήγημα «Η δολοφονία της Δημώνας Χρύσογλου». (σελ. 76) Μια ευφάνταστη σατιρική και συνάμα κριτική παρωδία των λογοτεχνικών πραγμάτων, τόσο στην Κύπρο όσο και στην Ελλάδα. Εδώ χλευάζεται, επιτυχώς, και η αντιπαλότητα μεταξύ εμπορικότητας και ούτω καλούμενης ποιότητας. Ενώ ανάγλυφα παρουσιάζονται και όλες οι μικρότητες που απαντώνται στο λογοτεχνικό χώρο. Και φυσικά όχι μόνο σε αυτόν. Η «εσωτερική» γνώση του συγγραφέα καθιστά το συγκεκριμένο αφήγημα, πειστικό και ευθύβολο.
 
Ο Χρ. Α. αξιοποιεί έντεχνα και ευρηματικά την παρομοίωση και τη μεταφορά στα διηγήματά του. Συνήθως, παραπλανεί τον αναγνώστη του, υπονοώντας άλλα από αυτά που λέει. Το πράττει όμως με ένα τρόπο ιδιαίτερα διασκεδαστικό. Πχ. «Ο παράφορος έρωτας για την Π» (σελ.11) αποκαλύπτεται στο τέλος ότι αφορούσε ένα λαχταριστό καρπούζι. Το ίδιο ισχύει και για το αφήγημα «Θέκλα» (σελ. 21) όπου η παθιασμένη, ερωτιάρα και …ελευθεριάζουσα θηλυκιά δεν είναι παρά μια γάτα!
 
Κλείνοντας, θέλω να σταθώ σε άλλα δύο ευσύνοπτα κείμενα του συγγραφέα. «Το φιλί» (σελ. 47) που είναι ένα ανεκδοτολογικό περιστατικό ερωτικής περιπέτειας δύο νέων, ενός Ε/κ και μιας Τ/κ, πολύ κυπριακό και ιδιαίτερα χαρακτηριστικό. Ένα περιστατικό όμως χωρίς εξιδανικεύσεις και υπερβολές, για το κλίμα της συμβίωσης μεταξύ των δύο κοινοτήτων περίπου στα μέσα του περασμένου αιώνα.
 
Τέλος, στο διήγημα «Κάθοδος» (σελ. 55) η γριά πια σύζυγος μέχρι πρότινος αγνοουμένου υποδέχεται τα οστά του νεότατου πεσόντος συζύγου της. Ο μονόλογος της γυναίκας μπορεί να χαρακτηριστεί και ως ένα πεζόμορφο ποίημα. Με συναίσθημα, ρίγος, τρυφερότητα και την ίδια ώρα πόνο και συντριβή. Ίσως το μοναδικό κείμενο στο βιβλίο που δεν εμπεριέχει τα στοιχεία της σάτιρας και του χιούμορ. Και δικαίως ασφαλώς…