Αυγή Λίλλη: «Η σφαγή του αιώνα», εκδόσεις Θράκα, 2018
«Η σφαγή του αιώνα» (2018) είναι η δεύτερη ποιητική συλλογή της Αυγής Λίλλη. Η πρώτη κυκλοφόρησε επτά χρόνια προηγουμένως (2011) και έφερε τον τίτλο: «Πρόχειρες σημειώσεις πάνω σ’ ένα σωσίβιο». Αναντίλεκτα, στην υπό παρουσίαση συλλογή παρατηρούνται ουσιαστικές ενδείξεις αισθητικής ωρίμανσης, μεγαλύτερης ομοιογένειας, τόσο υφολογικά, όσο κα θεματικά.
«Η σφαγή του αιώνα» (2018) είναι η δεύτερη ποιητική συλλογή της Αυγής Λίλλη. Η πρώτη κυκλοφόρησε επτά χρόνια προηγουμένως (2011) και έφερε τον τίτλο: «Πρόχειρες σημειώσεις πάνω σ’ ένα σωσίβιο». Αναντίλεκτα, στην υπό παρουσίαση συλλογή παρατηρούνται ουσιαστικές ενδείξεις αισθητικής ωρίμανσης, μεγαλύτερης ομοιογένειας, τόσο υφολογικά, όσο κα θεματικά.
Θα έλεγα ότι το κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της νέας συλλογής είναι η πρόσμιξη ερωτισμού – αισθησιασμού με ποιητολογικές προσεγγίσεις, με δυο λόγια το πάντρεμα της ποιητικής με την ερωτική θεματική. Και αυτή η σύζευξη παρατηρείται αβίαστα και αρμονικά. Δεν εκβιάζεται βίαια αλλά απορρέει ομαλά: «Ακόμα κι αν δεν έχουν πολλά υγρά / ή χειλικά / σύμφωνα, / κάθε Σάββατο / τις στριμώχνω ανάμεσα στα σκέλια μου, / λάβετε φάγετε· τούτο εστί το σώμα μου / κηρύττω κάθε Κυριακή / με ευλάβεια περισσή / γλιστρούν οι λέξεις, τα μέλη αιμορραγούν, / το σώμα ρουφάει το ποίημα». (σελ. 26)
Σε όλο το βιβλίο υπερισχύει η ερωτική θεματική. Περισσότερο όμως ως θρήνος απώλειας, παρά ως διθύραμβος ενεργούς και εναργούς παρουσίας. Και μονίμως να υποβόσκει το σαρκαστικό και αυτοσαρκαστικό στοιχείο, ως εχέγγυο πρόσθετου αισθητικού ενδιαφέροντος: «Χωρίς λόγια / πόσο όμορφα είναι όλα τώρα που / έφυγες, αγάπη / μου έμειναν τα βογγητά μου / μόνο». (σελ. 17)
Η Α.Λ., με αφτιασίδωτη ευχέρεια, με ωμότητα και ενίοτε με οργή, θεματοποιεί τη λύτρωση από βασανιστικούς έρωτες. Και το επιτυγχάνει αφήνοντας στιφές γεύσεις απεξάρτησης, απελευθέρωσης. Ακόμα και αποστροφής, αποτροπιασμού στα όρια της βδελυγμίας: «Θα πετσοκόψω μέσα μου κάτι λέξεις σου / και σ’ ένα πηγάδι θα φτύσω τον πόθο μου / (απύθμενο και σκοτεινό) / και θα σε κάνω εμετό / να καθαρίσει ο τόπος». (σελ. 20)
Η ποιήτρια αποτυπώνει με αισθητική εγρήγορση τον πόνο, τη θλίψη, τη συντριβή, τη ψυχική ισοπέδωση που επιφέρει η ερωτική απώλεια. Αντλεί εικόνες από το αστικό τοπίο προσδίδοντας τους συναισθήματα πίκρας και ερωτικής κατάρρευσης, επιτυγχάνοντας την ίδια ώρα ποιητικά αποτελέσματα ουδόλως ευκαταφρόνητα: «Όταν πεθαίνει ο έρωτας, πληθαίνουν / τα φώτα της πόλης κάτω από τους λόφους, / κάνουν κύκλους τα ρεφραίν και / σχοινιά κρέμονται από τους πασσάλους, / η λάσπη φουσκώνει / μέχρι τα γόνατα· / πάνω, αν πας, θα κρεμαστείς, / κάτω, αν πας, θα πνίγεις· / όταν πεθαίνει ο έρωτας, μετράς / τα φώτα της πόλης κάτω από τους λόφους / και το κεφάλι σου κουνάς σαν ανεμοδείκτης, / μέχρι ο πηλός να γίνει / χώμα ξανά, / να μπορείς να το σκάψεις, / να προστατευτείς στα δυο μέτρα / να θάψεις ζωντανό / τον πόνο τον εφτάψυχο και / τα φώτα της πόλης κάτω από τους λόφους». (σελ.25) Θεωρώ αυτό το ποίημα, που παρέθεσα ολόκληρο, ίσως την καλύτερη στιγμή όλης της συλλογής.
Γενικά, τα ποιήματα της Α.Λ. χαρακτηρίζονται από ειρωνεία, χλεύη, χιούμορ, κυνισμό, αυτοδιαπόμπευση, από έναν υποδόριο αλλά και συχνά υπερχειλίζοντα ερωτισμό. Και συνάμα, θα έλεγα ότι διαπνέονται από μια φλογίζουσα αναγκαιότητα αποδοχής: «Αν σερβίρω τη ψυχή μου / σε πιάτο / (λευκό, / πορσελάνινο, / απ’ το σερβίτσιο το καλό), / πώς θα με φας; / Σενιάν, / με το αίμα να απλώνεται / ζεστό στον ουρανίσκο; / Μέτρια ψημένη; / Καλοψημένη; / Θα με μασήσεις καλά και / θα με φτύσεις; / Μην με φτύσεις». (σελ. 11)
Βέβαια, καθόλου δεν θα ήθελα να δώσω την εντύπωση πως έχουμε να κάμουμε με μια ποιήτρια μονοθεματική και μονοδιάστατη. Κάθε άλλο. Στην ποίηση της Α.Λ. συναντούμε και ψήγματα κοινωνικής ευαισθησίας, φιλοσοφικής διάθεσης, αλλά και υπαρξιακών αναζητήσεων. Ειδικά για τις τελευταίες παραθέτω ένα αρκούντως εύγλωττο παράδειγμα χωρίς βαθυστόχαστες και δυσνόητες αναλύσεις, αλλά με τη δύναμη της απλότητας, της λιτότητας και των απολύτως ευκρινών εικόνων: «Τον θάνατο τον / φέρνουμε μαζί μας την ώρα / που γεννιόμαστε. / Εκκρίνεται από το σμήγμα του δέρματός μας, / φωλιάζει κάτω από τα νύχια μας / και όταν ξύνουμε τις φτέρνες μας / πατάει εκεί που πονάμε». (σελ. 14)
Θα ήθελα να ολοκληρώσω αυτή την παρουσίαση με ένα ποίημα ποιητικής. Εδώ βλέπουμε πώς γεννιέται μια ποιητική ιδέα, πώς ανδρώνεται και πώς ελευθερώνεται. Εδώ καταγράφεται η βασανιστική, επίπονη και συχνά επώδυνη διεργασία μετάπλασης μιας ιδέας, μιας έμπνευσης σε ποίημα. Οι στίχοι που ακολουθούν, κατά την άποψή μου, καταδεικνύουν πως η Α.Λ. ήλθε για να μείνει στα ποιητικά πράγματα: «Τη νύχτα, αργά / έγκλειστα σκυλιά / ουρλιάζουν σαν εφιάλτες, / κάνουν κύκλους / μέσα στο κεφάλι μου, / θέλουν να βγουν, / θέλουν να μου δοθούν, / λένε – ψέματα – / που ποιήματα άμα ντυθούν, / τα κάνουν όλα δικά τους». (σελ. 10)