Τα λευκαρίτικα κεντήματα είναι από τα γνωστότερα παραδοσιακά προϊόντα της Κύπρου, τα οποία για δεκαετίες έδιναν ζωή στον τόπο. Η δεσποινίς Μόνικα μάς ενημερώνει από τις σελίδες του Παρατηρητή το 1928 ότι «Η δαντέλλα ανεφάνη αρχικώς εις την Ανατολήν. Αι γυναίκες της έμαθαν να κεντούν και να εκτελούν αραχνοΰφαντες δαντέλλες με την βελόνην. Έκτοτε εδημιουργήθησαν τα εργαστήρια κεντημάτων, που απησχόλησαν τόσα εργατικά χέρια». Στην Κύπρο δε, η βιομηχανία των κεντημάτων εργοδοτούσε το 1903 σύμφωνα με τη Φωνή της Κύπρου «600 γυναίκες και κοράσια». Επίσης μεγάλος αριθμός εμπόρων εργάζεται στην ίδια βιομηχανία, ενώ τα κυπριακά κεντήματα έχουν κατακλύσει την Αιγυπτιακή αγορά «χάριν εις τους εκεί εγκατεστημένους συμπατριώτας μας».
Αλλά πέραν των κεντημάτων λειτουργούν και άλλες κλωστοϋφαντουργικές βιομηχανίες στην Κύπρο του 1905. Όπως αναφέρει η εφημερίδα Φωνή της Κύπρου «ημέρα τη μέρα συντελείται εις την παρ’ ημίν γυναικεία βιοτεχνίαν μια πρόοδος αλματική… Μετά τα μεταξωτά υφάσματα των γυναικών της Λευκωσίας και τα βαμβακερά… και τα θαυμάσια κεντήματα των γυναικών των Λευκάρων, έχομεν από τινός μιαν νέαν βιοτεχνίαν… οφειλόμενην και αυτήν εις την φιλοπονίαν και προοδευτικότητα της γυναικός της πρωτευούσης. (Αυτή δε) είναι η κατασκευή παραπετασμάτων διά τα παράθυρα… άτινα μπορούν να στολίσουν και το αριστοκρατικότερον σαλόνι και είναι προσιτά και εις τας λαϊκάς τάξεις». Αυτή η βιοτεχνία που εξελίσσεται ταχύτατα έχει δώσει ζωή σε πολλές οικογένειες οι οποίες με τον «αρχέγονο αργαλειό φτιάχνουν αυτά τα απαράμιλλα υφάσματα». 
 

Αυτό όμως που χρειάζονται οι εν λόγω βιοτεχνίες είναι η ενίσχυση από την εγχώρια αγορά και η προστασία από την κυβέρνηση. «Παραπονούμεθα δι’ έλλειψιν βιομηχανίας και πόρου ζωής διά τους νέους και τας νέας μας, ενώ και τη μικράν τοιαύτην υπάρχουσαν αγωνιζόμεθα πως να μαράνωμεν. Αι Κυρίαι απέστρεψαν το πρόσωπον από τα υφάσματα της Λευκωσίας και επιδεικτικότατα προς παν το ξένον. Διά ταύτα και ποιούμεν έκκλησιν εις τας Κυρίας των ανωτέρων τάξεων να άρξωνται πρώται του έργου». 
Επίσης η κυβέρνηση θα πρέπει να λάβει προστατευτικά μέτρα κατά του εξωτερικού συναγωνισμού. «Ούτως η βιομηχανία των αλατζών ενώ έφθασεν εις πολύ καλόν σημείον… χορηγούσα εργασίαν εις εκατοντάδας γυναικείων βραχιόνων, επήλθεν ακατάσχετος κατ’ αυτής ο εξωτερικός συναγωγισμός διά να καταστρέψη ό,τι τόσος χρόνος απητήθη δια να κερδισθή. Διότι είνε γνωστόν ότι δεν είμεθα ημείς εις θέσιν ούτε να συναγωνισθώμεν ούτε ν’ αντεπεξέλθωμεν κατά των Ευρωπαίων… Από την κυβέρνησιν δεν πρέπει τίποτα να περιμένωμεν εις τοιαύτας περιστάσεις. Και άλλαι μεγαλήτεραι βιομηχανίαι της χώρας, ως η επιπλοποιία και καθεκλοποία, είχον ανάγκην προστατευτικών μέτρων κατά του εξωτερικού συναγωνισμού, αλλ’ η κυβέρνησις ουδεμίαν έδωκε προσοχήν… Εις τοιαύτας περιστάσεις επιβάλλεται να πράξωμεν και ημείς κατά το παράδειγμα άλλων ευρωστοτέρων χωρών. Ας κηρύξωμεν και ημείς πόλεμον αμείλικτον κατά των προϊόντων της ξένης βιομηχανίας».

Πηγές: Παρατηρητής 1928 και Φωνή της Κύπρου 1903, 1905 και 1907.
Πηγή φωτογραφιών: www.lefkaravillage.com

 
* Ιστορικός-Ερευνήτρια.
 
Φιλgood, τεύχος 250.