Καθηλωτικοί ήταν οι καταξιωμένοι καλλιτέχνες Αννίτα Σαντοριναίου και Γιώργος Μουαϊμης στην εκδήλωση που έλαβε χώρα στο πλαίσιο διάλεξης του θεσμού του Ελεύθερου Ζηνώνειου Πανεπιστημίου στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών στη Λάρνακα στις 25 Ιανουαρίου.

Οι δυο ηθοποιοί διέκοψαν για λίγο τις πρόβες του έργου «Φιλουμένα Μαρτουράνο» του Εντουάρτο Ντε Φίλιππο, η πρεμιέρα του οποίου θα πραγματοποιηθεί στην κεντρική σκηνή του ΘΟΚ στις 18 Φεβρουαρίου και συνάντησαν σε μια αλλιώτικη σκηνή, ανθρώπους που αγαπούν τη δική τους τέχνη, δίνοντάς τους ταυτόχρονα την ευκαιρία να μιλήσουν για το Θέατρο ως μορφή πολιτισμού, τον ηθοποιό, το ρόλο της υποκριτικής τέχνης, τις προσλαμβάνουσες και τις απαιτήσεις του θεατή.

Στη δίωρη συζήτηση την οποία συντόνισε η Εκπρόσωπος Τύπου του Πανεπιστημίου Κύπρου Δόξα Κωμοδρόμου, οι δυο μεγάλες φυσιογνωμίες του κυπριακού θεάτρου μίλησαν για το Θέατρο ως μορφή πολιτισμού, τον ηθοποιό, το ρόλο της υποκριτικής τέχνης, τις προσλαμβάνουσες και τις απαιτήσεις του θεατή από την πλευρά του κοινού, το οποίο συμμετέχει εξίσου «στο σανίδι». 

Στην εκδήλωση παρέστησαν τόσο ο Δήμαρχος της πόλης του Ζήνωνα Ανδρέας Βύρας, όσο και ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Κύπρου Τάσος Χριστοφίδης, Δημοτικοί Σύμβουλοι, θεατρόφιλοι και εκτιμητές του έργου των δυο καλλιτεχνών.   

Η Α. Σαντοριναίου είπε ότι υπηρετεί το θέατρο με ιερό τρόπο κι ότι με κοινό βλέμμα με τον Γιώργο Μουαΐμη το υπηρετούν ως ιερείς, δηλαδή με ευλαβική προσήλωση. Για να κάνει θέατρο κανείς και να επικοινωνεί με τον κόσμο, πρόσθεσε, είναι μια ιερή λειτουργία, μια μυσταγωγία, όπου ο ένας γίνεται κατά κάποιον τρόπο θυσία για να δει ο άλλος.

«Ο ηθοποιός έχει ν’ ακολουθήσει μια διαδικασία προσέγγισης προς ένα έργο, προς ένα κείμενο, προς ένα ρόλο, προς κάποιους στοχασμούς, στόχους και μηνύματα που θα πρέπει να τα ‘μεταλάβει’ στον κόσμο. Όταν βγαίνει στη σκηνή πρέπει να δημιουργηθεί ένας τέτοιος ηλεκτρισμός, όλα τα πιο πάνω να περάσουν από τον ηθοποιό στον θεατή, για να τα κοινωνήσει και να αποχωρήσει από το θέατρο έχοντας ήδη δεχθεί τις ‘ενέσεις’ των μηνυμάτων που θα τον προβληματίσουν και ίσως του καλυτερεύσουν το αύριό του» σημείωσε. «Το θέατρο, βεβαίως δεν είναι επαναστατικό, αλλά μπορεί να ανοίξει τα παράθυρα και τις πόρτες, να αφυπνίσει και να διεγείρει την ανθρώπινη ανάγκη να επανατοποθετηθεί πάνω σε αυτό που λέγεται ζωή. Γιατί το Θέατρο ασχολείται με τη ζωή και τον άνθρωπο στην ολότητά του». 

Ο Γ. Μουαΐμης στην εισαγωγή του στάθηκε στη γενεσιουργό αιτία του θεάτρου και συγκεκριμένα από την πλευρά του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, δηλαδή από την εποχή που γράφηκαν τα Έπη του Ομήρου. «Οι εκτενείς διάλογοι, βοήθησαν να μεταπηδήσουμε εύκολα από κάτι ομαδικό στην αρχή και να εξειδικευθεί το είδος της ιστορίας και από αφήγηση να γίνει αναπαράσταση και δράση, εξ’ ου και το ‘δράμα’ ως είδος, όπου το αρχαίο ελληνικό Θέατρο απολήγει με τη σημερινή του μορφή, να επηρεάζει και να γίνεται κτήμα ολόκληρου του κόσμου με τρόπο που άλλα είδη Θεάτρου άλλων χωρών, ενδεχομένως να μην έχουν καταφέρει».

Ο πρωταγωνιστής αναφέρθηκε στη διαδικασία της προετοιμασίας μιας παράστασης εκ μέρους των συντελεστών, μέχρι να φθάσει στην πραγμάτωση και στην πρόσληψή της από τον θεατή. 

Ρωτήθηκαν αν προτιμούν το θέατρο ή την τηλεόραση κι η απάντηση τους ήταν βεβαίως το Θέατρο, καθώς εμπεριέχει μια άλλη μαγεία και την άμεση, ζωντανή σχέση με τους θεατές. «Ο ηθοποιός δημιουργεί ζυμώσεις μέσα από τις πρόβες, συνειδητοποιήσεις που ενδεχομένως δεν γνώριζε προηγουμένως, χημικές αντιδράσεις με τους γύρω του, ανακαλύπτει μέσα από τις σχέσεις επικοινωνίας τον τρόπο να είναι αυτές αληθινές, πειστικές απέναντι στο κοινό. Με αυτό τον τρόπο μαζεύονται όλα τα κομμάτια, όπου ο ηθοποιός είναι ενεργός απολύτως μέσα από όλη αυτή τη διαδρομή. Κάτι που στην τηλεόραση ή τον κινηματογράφο δεν μπορεί να συμβεί, καθώς όλοι οι συντελεστές καλούνται να το διεκπεραιώσουν, όμως το τελικό αποτέλεσμα ανήκει σε αυτόν που θα κάνει το μοντάζ ή αυτό που είχε την αρχική ιδέα». 

Για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν ανέφεραν ότι η δουλειά τους είναι υπέροχη, αλλά σκληρή και τραχιά: «Το κομμάτι το δύσκολο είναι η διαδρομή. Ματώνεις τα πόδια σου, τη ψυχή σου, αλλά ταυτόχρονα αυτή είναι απελευθερωτική. Όπως για το ζωγράφο η απόλυτη απελευθέρωσή του είναι ένα έργο τέχνης, για τον συγγραφέα ένα μυθιστόρημα, έτσι και στο θέατρο απελευθέρωση νιώθεις όταν έχεις συνειδητοποιήσει ότι πέτυχες στο στόχο σου. Ο άνθρωπος, εξάλλου, είναι εξασκημένος να αντιμετωπίζει τις δυσκολίες και τις ανατροπές της ζωής. Έτσι και ο ηθοποιός. Κάθε δουλειά που αρχίζει στο θέατρο είναι ένα ταξίδι, που ελπίζεις να έχει αίσιο τέλος, αυτό είναι που έχει σημασία. Κανένας άλλος τομέας της ζωής, της επιστήμης, της γνώσης, δεν μπορεί να σου προσφέρει όσα σου προσφέρει το θέατρο με την έννοια ότι ξεκινώντας ένα έργο που έχει ένας σκηνοθέτης/ηθοποιός, είναι να αποκτηθούν όλες οι απαραίτητες γνώσεις για να πετύχεις. Δίνεται η ευκαιρία να εντρυφήσεις σε πολλούς τομείς και σου προσφέρει τόσο πλούτο γνώσεων, εμπειριών και συναισθημάτων, που σε αποζημιώνουν πλήρως». 

Όσον αφορά τις δυσκολίες που ενδεχομένως αντιμετωπίζουν στην σκηνή όταν προκύψει κάποιο προσωπικό δυσάρεστο θέμα, ανέφεραν ότι ακόμα και αν έχεις οξύ πόνο, ακόμα και αν έχεις χάσει στενούς ανθρώπους, παραμένεις ακμαίος μέχρι τη λήξη της παράστασης.

Ο εχθρός του Θεάτρου 

Τέθηκε και το ζήτημα με το μεγάλο πλήγμα που δέχθηκε ο κλάδος του θεάτρου, ο οποίος, εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοϊού, αναγκάστηκε να κατεβάσει ρολά για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η αρωγή της Πολιτείας δεν ήταν και δεν είναι αρκετή για να καλύψει τις ανάγκες αυτού του κλάδου. Όταν καταρτίστηκε ο κατάλογος των επαγγελμάτων που θα μπορούσε να βοηθήσει η Πολιτεία, δυστυχώς, όπως λέχθηκε, οι ηθοποιοί δεν συμπεριλήφθηκαν. Στην Κύπρο καταβάλλεται αυτή την περίοδο προσπάθεια να ενταχθεί ο καλλιτέχνης στους καταλόγους, ως επάγγελμα. 

Το κοινό έλαβε απαντήσεις για τα αρχικά ερεθίσματα να επιλέξουν το ρόλο του ηθοποιού αντί ενός άλλου επαγγέλματος. Επίσης, πώς μπορούν να συνδυάζουν την εργασία στο θέατρο ως ηθοποιοί με την οικογενειακή τους ζωή κι αν έχουν ανάγκη από μικρά πράγματα της καθημερινότητας, που λόγω πίεσης χρόνου δεν τα απολαμβάνουν. Αυτό που τους αποζημιώνει, όπως χαρακτηριστικά είπαν, είναι οτιδήποτε απουσιάζει σήμερα, λόγω της πανδημίας. Η επαφή δηλαδή με το κοινό.

«Σε ένα θέατρο 400 θέσεων, παρίστανται μόνο 50 και με αυτό ουσιαστικά χάθηκε η ευχαρίστηση να αποζημιωθούμε» σημείωσαν. «Απαγορεύεται να δεις τους θεατές πριν ή μετά την παράσταση, απαγορεύεται επίσης να μπει ένας θεατής στο καμαρίνι να σου πει την άποψή του για το έργο, καλή ή κακή».

Ένας άλλος εχθρός του θεάτρου είναι και η διαδικτυακή απομόνωση, που ουσιαστικά έχει αποσύρει τον κάθε άνθρωπο, κυρίως τους νέους στον εαυτό τους. «Δεν επικοινωνούν μεταξύ τους, ενώ η επικοινωνία είναι απαραίτητο συστατικό, σαν το νερό. Αυτό το πλήγμα το έχει δεχθεί η Τέχνη, κυρίως το Θέατρο».

Ο πατριάρχης του κυπριακού θεάτρου, ο αείμνηστος Εύης Γαβριηλίδης, πρωτοδημιούργησε το παιδικό θέατρο της Κύπρου, στο Κρατικό Θέατρο Παιδική Σκηνή, μόνο και μόνο για να δημιουργήσει αυριανούς θεατές. «Για να κάνει τα παιδιά να ονειρευτούν μέσα από το θέατρο, να μαγευτούν μέσα από παραστάσεις και αργότερα να γίνουν τακτικοί επισκέπτες του θεάτρου, όχι με την έννοια του θαμώνα, αλλά με την έννοια της ανάγκης να πάω να δω μια παράσταση και να φύγω πιο γεμάτος, με μιαν ανάταση που δεν έχει η καθημερινότητά μου, αλλά που μόνο το θέατρο μπορεί να προσφέρει». 

Τη διάλεξη και φιλοσοφημένη συζήτηση μπορείτε να παρακολουθήσετε εδώ.