Πάνε 60 χρόνια που η πρώτη Κύπρια εντάχθηκε στον χώρο της αρχιτεκτονικής. Το όνομα αυτής Μάρω Ευθυμιάδου Ατζίνη. Από τότε έγιναν πάρα πολλά, αλλά στην ουσία οι γυναίκες στον κλάδο παραμένουν ακόμα στη σκιά.

Δύο από τα μεγαλύτερα δημόσια έργα στον τόπο μας, η πλατεία Ελευθερίας και το αρχαιολογικό μουσείο που πρόκειται να γίνει, φέρουν γυναικεία υπογραφή. Αν ήταν θέμα επιλογής όμως, κι όχι διαγωνισμού, ενδεχομένως να μην ήταν έτσι.

Το φαινόμενο δεν είναι κυπριακό. Μια ματιά στη λίστα με τους βραβευθέντες με Pritzker, που είναι η κορυφαία επιβράβευση, αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Από το 1979 που καθιερώθηκε το βραβείο, αποδόθηκε σε 50 αρχιτέκτονες. Εξ αυτών μόνο οι 6 ήταν γυναίκες και μόνο 3 ήταν καθαρά γυναικεία υπόθεση, χωρίς τη συνεργασία άντρα. Πρώτη ήταν η Ζάχα Χαντίτ το 2004 και πέρσι οι Yvonne Farrell και Shelley McNamara. 

 

 Τη συνθήκη αυτή προσπαθεί να φωτίσει έκθεση που οργάνωσε το Ινστιτούτο Γκαίτε και η οποία έχει περιοδεύσει σε διάφορες χώρες. Αυτή την στιγμή, και μέχρι τις 5 Φεβρουαρίου, φιλοξενείται στη Λευκωσία με την προσθήκη 11 Κυπρίων αρχιτεκτόνων. Ανάμεσα τους και η Μάρω Ευθυμιάδου Ατζίνη (1937-1977), η οποία είναι η πρώτη γυναίκα που σπούδασε αρχιτεκτονική στην Κύπρο, αποφοιτώντας από το πανεπιστήμιο το 1960. Την ακολούθησαν η Solmaz Feridun (1961), Eλένη Ρωμανού Δημητριάδου (1969), Ανδρούλα Δημητρίου (1970) και Sevim Altan (1972), ενώ τα χρόνια που ακολούθησαν οι γυναίκες αρχιτέκτονες αυξήθηκαν. Σήμερα αποτελούν το 50% των εγγεγραμμένων στο ΕΤΕΚ. 

Η Ευθυμιάδου γεννήθηκε το 1937 στη Λευκωσία και σύμφωνα με μαρτυρίες ήταν μία από τις τέσσερεις μαθήτριες που στο γυμνάσιο έγιναν δεκτές στον κλάδο του πρακτικού. Στη συνέχεια φοίτησε στην Αρχιτεκτονική Σχολή του Μετσόβιου Πολυτεχνείου στην Αθήνα με συμφοιτητές, ανάμεσα σ’ άλλους, τον Αλέξανδρο Τομπάζη και την Σουζάνα Αντωνακάκη. Με την ολοκλήρωση των σπουδών της το 1960, εργάστηκε αρχικά στην Ελλάδα στο Τμήμα Δημοσίων Έργων και στο Τμήμα Πολεοδομίας Πειραιά και στη συνέχεια στη Γερμανία στο Τμήμα Πολεοδομίας του Αμβούργου. Έπειτα μετακόμισε στη Μαδρίτη, σε μια περίοδο πειραματισμού στα υλικά και έντονης κοινωνικής αλλαγής, όπου απέκτησε τεχνογνωσία στη χρήση οπλισμένου σκυροδέματος και ήρθε σε επαφή με καινοτόμους σχεδιασμούς κτιρίων κοινωνικής στέγασης.

 

Το 1970, επέστρεψε στην Κύπρο και εντάχθηκε στην ομάδα του γραφείου J+A Philippou, όπου σχεδίασε οικιστικές και τουριστικές αναπτύξεις. Το 1974, με τις ανατροπές που έφερε ο πόλεμος εγκατέλειψε τον ιδιωτικό τομέα και έπιασε δουλειά στο Τμήμα Πολεοδομίας, όπου σχεδίασε μερικά από τα πρώτα συγκροτήματα στέγασης προσφύγων. «Χαρακτηριστικό της δουλειάς της, σύμφωνα με την Τερέζα Τούρβα που έκανε την έρευνα για το έργο της Ευθυμιάδου, ήταν η προσοχή και η ευαισθησία που μετέφερε στον σχεδιασμό δημόσιων χώρων, και η ένταξη μικρών παιδικών πάρκων και κοινοτικών κήπων στους οικισμούς. Άλλα αξιοσημείωτα έργα της είναι το πάρκο Αγίου Δημητρίου και δημόσια κτίρια. Πέθανε το 1997, σε ηλικία 60 ετών».

Οι άλλες Κύπριες (Ε/κ και Τ/κ), έργο των οποίων περιλαμβάνεται στην έκθεση είναι: İlkay Feridun, Αθηνά Παπαδοπούλου, Μαργαρίτα Δανού, Σεβίνα Φλωρίδου, Münevver Özgür Özersay, Esra Can, Meltem Nalbantoğlu, Χριστιάνα Ιωάννου, Simzer Kay, Βερόνικα Αντωνίου. Το κυπριακό κομμάτι της έκθεσης επιμελήθηκαν οι Τερέζα Τούρβα και Müge Riza.

FRAU ARCHITEKT: «Ένας αιώνας και πλέον – γυναίκες στην αρχιτεκτονική», μέχρι τις 5 Φεβρουαρίου στο Ινστιτούτο Γκαίτε (Μάρκου Δράκου 21).

Ελεύθερα, 9.1.2022.