Τα τελευταία χρόνια, η πολιτική του κράτους είναι η κάλυψη των κενών θέσεων στο Δημόσιο να γίνεται με μόνιμο προσωπικό και όχι με έκτακτους εργαζόμενους. Ωστόσο, οι διαδικασίες που ακολουθούνται για την πλήρωση μιας θέσης είναι χρονοβόρες και μπορεί να διαρκέσουν μέχρι και δύο χρόνια, με αποτέλεσμα διάφορα κρατικά τμήματα να λειτουργούν υποστελεχωμένα.

Η ΠΑΣΥΔΥ έχει ήδη υποβάλει αίτημα στο Υπουργείο Οικονομικών, ζητώντας τη μετατροπή των εργαζομένων ορισμένου χρόνου σε εργαζομένους αορίστου χρόνου μετά τη συμπλήρωση 30 μηνών στη Δημόσια Υπηρεσία. Η ρύθμιση θα καλύψει πέραν των 950 εργαζομένων, οι οποίοι εργάζονται στην κρατική μηχανή για περίοδο 30 μηνών, είτε συνεχούς είτε διακεκομμένης εργασίας, ανεξαρτήτως του είδους του συμβολαίου που έχουν συνάψει με το κράτος.

Το ζητούμενο, όμως, είναι κατά πόσο το αίτημα της ΠΑΣΥΔΥ είναι δίκαιο. Και αυτό διότι πολλοί παρακάθονται σε κυβερνητικές εξετάσεις για να εξασφαλίσουν μια θέση στο Δημόσιο, ενώ οι συγκεκριμένοι εργαζόμενοι θα μετατραπούν σε δημόσιους υπαλλήλους χωρίς να περάσουν από την ίδια διαδικασία.

Αναμφίβολα, η συμβολή αυτών των εργαζομένων είναι σημαντική, καθώς σε πολλές περιπτώσεις εκτελούν καθήκοντα μόνιμου προσωπικού, χωρίς να έχουν δυνατότητα ανέλιξης, ενώ παραμένουν και εκτεθειμένοι, αφού ανά πάσα στιγμή μπορεί να βρεθούν στην ανεργία. Παρά ταύτα, εάν το Υπουργείο Οικονομικών συναινέσει σε ένα τέτοιο αίτημα, θα είναι σαν να επιτρέπει την είσοδο κάποιων στο Δημόσιο από το «παράθυρο». Ίσως κάποιοι από αυτούς πιθανόν να μην διαθέτουν τα απαιτούμενα ακαδημαϊκά ή άλλα προσόντα.

Το κράτος προχωρεί σε συμβόλαια κάτω των 30 μηνών με εργαζόμενους ορισμένου χρόνου, για την εκτέλεση συγκεκριμένων έργων. Όταν αυτά ολοκληρωθούν, όπως μας λέχθηκε, οι υπηρεσίες των συγκεκριμένων εργαζομένων δεν θα είναι πλέον αναγκαίες. Υπάρχουν, επίσης, περιπτώσεις κατά τις οποίες το κράτος προχωρεί σε αγορά υπηρεσιών και, στην πορεία, οι εργαζόμενοι μετατρέπονται σε έκτακτους κυβερνητικούς. Σύμφωνα με τη νομοθεσία, όσοι εργάζονται στο Δημόσιο με αγορά υπηρεσιών, μετά την παρέλευση 30 μηνών, μετατρέπονται σε εργοδοτούμενους αορίστου χρόνου.

Στο παρελθόν, μετά το πόρισμα του Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ο οποίος είχε αναφέρει ότι η σχέση μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών παραπέμπει σε σχέση εργοδότη-εργοδοτουμένου, καθώς και μετά την απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, το Υπουργικό Συμβούλιο είχε αποφασίσει ότι τέτοια θέματα θα πρέπει να εξετάζονται από τους γενικούς διευθυντές των υπουργείων ή τους προϊσταμένους των ανεξάρτητων υπηρεσιών.

Παράλληλα, το κράτος είχε καλέσει όλα τα τμήματα να αξιολογήσουν κάθε περίπτωση που αφορούσε μίσθωση υπηρεσιών, προκειμένου να αποφασιστεί κατά πόσο το καθεστώς της σύμβασης θα έπρεπε να μετατραπεί σε αορίστου ή ορισμένου χρόνου. Επίσης, υποδείκνυε στα υπουργεία και στα τμήματα να μη συνάπτουν συμβάσεις αγοράς υπηρεσιών μέσω των οποίων δημιουργείται υπαλληλική σχέση με τους συμβαλλομένους.

Ωστόσο, παρά τις υποδείξεις, κάποιες υπηρεσίες τις αγνοούσαν και ανανέωναν τα συμβόλαια των εργαζομένων.

Σε σχέση με τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου, ο γενικός γραμματέας της ΠΑΣΥΔΥ, Στράτης Ματθαίου, ανέφερε ότι πρόκειται για ένα θέμα για το οποίο το κράτος θα πρέπει να βρει λύση. Παράλληλα, σημείωσε ότι θα πρέπει να τερματιστεί η πρόσληψη εργαζομένων με συμβάσεις, για την κάλυψη μόνιμων αναγκών και μόνιμων θέσεων.

Υπάρχουν, ωστόσο, απόψεις σύμφωνα με τις οποίες το συγκεκριμένο αίτημα της ΠΑΣΥΔΥ είναι παράλογο και άδικο για όσους εισέρχονται στο Δημόσιο μέσω εξετάσεων. Εάν το κράτος επιθυμεί να μετατρέψει τους περίπου 1.000 εργαζόμενους ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, θα ήταν ορθότερο να διεξαγάγει εξετάσεις, ώστε να υπάρξει ισορροπία και ίση μεταχείριση. Σε αντίθετη περίπτωση, δεν αποκλείεται να υπάρξουν προσφυγές στη δικαιοσύνη από μόνιμο προσωπικό, το οποίο στην ουσία ενδέχεται να θεωρήσει ότι αδικείται, καθώς δεν εισήλθε στο Δημόσιο από το «παράθυρο», αλλά μέσω εξετάσεων.

Το κράτος οφείλει να δώσει λύση στο πρόβλημα των εργαζομένων που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αλλά η λύση αυτή δεν μπορεί να δημιουργεί νέες αδικίες. Όλοι οι εργαζόμενοι θα πρέπει να εισέρχονται στο Δημόσιο με τα ίδια κριτήρια και, παράλληλα, να απολαμβάνουν τα ίδια δικαιώματα και ωφελήματα.