Μαρία Ιωάννου: «Η γυναίκα που αγάπησα», εκδόσεις Ελκυστής, 2020.
Έντεκα ιστορίες γυναικών που υπέφεραν ή εξακολουθούν να υποφέρουν καταγράφει η Μαρία Ιωάννου στο πρώτο πεζογραφικό τη εγχείρημα. Η ίδια εξέδωσε δυο ποιητικές συλλογές στο παρελθόν. Η βία κατά των γυναικών γενικά, αποτέλεσε το επίκεντρο της ευρύτερης θεματικής της σε όλες τις λογοτεχνικές δοκιμές της.
Η συλλογή των αφηγημάτων που παρουσιάζεται μ’ αυτό το σημείωμα φέρει τον γενικό τίτλο: «Η γυναίκα που αγάπησα» και πραγματεύεται τη βία κατά των γυναικών σε όλες τις μορφές και εκφράσεις της. Η κακοποίηση που υφίστανται οι ηρωΐδες της Μ.Ι. μπορεί να είναι σωματική, ψυχολογική, συναισθηματική, μπορεί ακόμη να είναι κοινωνική κακοποίηση, με βάση νοοτροπίες και συμπεριφορές που αναπτύσσονται στον ευρύτερο περίγυρο των συναναστροφών τους. Βεβαίως, συχνά συνυπάρχουν μαζί κάποιες από τις πιο πάνω μορφές βίας, πέραν της μίας. Και αυτό δεν διαφεύγει της προσοχής της συγγραφέως.
Λόγω των ιδιαιτεροτήτων της θεματικής της διαπασών, θα μπορούσε κάποιος βάσιμα να εκφράσει την ανησυχία ότι η Μ.Ι. κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε μια μονοθεματικότητα με όλους τους συναφείς περιορισμούς που απορρέουν από αυτό. Πιστεύω ωστόσο ότι η Μ.Ι. δεν είναι μονοθεματική συγγραφέας. Έχει υπερκεράσει τον κίνδυνο αυτό. Δεν είναι μονοθεματική διότι φωτίζει πολλές διαφορετικές πτυχές του μεγάλου και ανεξάντλητου θέματος με το οποίο καταπιάνεται. Ορθώς σημειώνει στο επίμετρο του βιβλίου: «Έντεκα γυναίκες, έντεκα ιστορίες. Ή μήπως μια γυναίκα, μια ιστορία; Η δική μου, η δική σου. Γυναίκες που αγαπούν, που πονούν, γυναίκες που αγωνίζονται, που ονειρεύονται».
Ασφαλώς και υπάρχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία στα έντεκα αφηγήματα του βιβλίου. Όμως, δεν είναι καθόλου κραυγαλέα και είναι διάσπαρτα σε διάφορες ιστορίες της συλλογής. Αυτό, κατά την άποψή μου, περιορίζει την απειλή να διαβρωθεί η λογοτεχνικότητα του όλου έργου, με πολύ προσωπικά στοιχεία, αισθητικά ακατέργαστα και συναισθηματικά υπερφορτισμένα.
Ειδολογικά, θεωρώ πως τα αφηγήματα της Μ.Ι. βρίσκονται στις παρυφές του διηγήματος και πιο κοντά στα χαρακτηριστικά του χρονογραφήματος. Όλες οι ιστορίες είναι ευσύνοπτες και παραθετιμένες με χρονολογική σειρά. Η Μ.Ι. επιφυλάσσει για τον εαυτό της το ρόλο της αφηγήτριας. Είναι το τρίτο πρόσωπο, ο παρατηρητής, ουδέποτε αποστασιοποιημένος αλλά πάντοτε παρατηρητής.
Το συγγραφικό μοτίβο παραμένει αναλλοίωτο και στις έντεκα ιστορίες που καταγράφονται στο βιβλίο. Έχω την άποψη ότι εάν η συγγραφέας υιοθετούσε, έστω αραιά και που, την πρωτοπρόσωπη γραφή ή ίσως εάν ανέπτυσσε και κάποια διαλογικά μέρη, το αισθητικό αποτέλεσμα θα ήταν ακόμη πιο ευτυχές. Επιπρόσθετα, ίσως εάν παραβιαζόταν η χρονολογική σειρά, επίσης σπάνια, εάν π.χ. γινόταν χρήση του κινηματογραφικού μοντάζ με χρονική αναδιάταξη των επιμέρους επεισοδίων μιας ιστορίας, ίσως λέω, το αποτέλεσμα να ήταν ακόμα πιο ενδιαφέρον. Η νεωτερικότητα και οι πειραματισμοί χρειάζονται ευτολμία που αναμένω να την διαθέτουν νέοι στην ηλικία συγγραφείς.
Ωστόσο, δεν έχω παρά να εξάρω τις επαρκείς περιγραφές των συναισθηματικών καταστάσεων στις οποίες αναφέρεται η συγγραφέας. Οι λογοτεχνικές αρετές του βιβλίου είναι εμφανείς και εμπερικλείονται κυρίως στην ρεαλιστική αναπαράσταση κοινωνικών δρωμένων. Ώρα όμως να παραθέσω κι ένα μικρό δείγμα γραφής της Μ.Ι. όπου αναδεικνύεται και η πικρή ειρωνεία της. Η κακοποιημένη ηρωΐδα, στο δεύτερο αφήγημα της συγγραφέως, διερωτάται: «Το ξέχασε το μέικαπ όταν έφυγε. Στο κομοδίνο δίπλα από το κολλύριο για τα μάτια. ‘Ξηροφθαλμία’ είπε ο γιατρός. ‘Πρέπει να πάρεις δάκρυα’. Αστείο που της φάνηκε. Πουλάνε δάκρυα; Αγόρασε δάκρυα. Υπάρχουν άνθρωποι που αγοράζουν δάκρυα;».
Το πιο πάνω απόσπασμα είναι από το αφήγημα που φέρει τίτλο: «Το τελευταίο λεωφορείο για το σπίτι» το οποίο και θεωρώ ως ένα από τα καλύτερα του βιβλίου. Εδώ η συγγραφέας, ανάμεσα σε άλλα, πραγματεύεται και τις ενοχικές συμπεριφορές που συχνά αναπτύσσουν κάποιες κακοποιημένες γυναίκες.
Ξεχώρισα επίσης το « Άρωμα μάνας» όπου η μητέρα της ηρωΐδας ανανίπτει, ξεφεύγοντας από τα στερεότυπα της ‘καθώς πρέπει’ κοινωνικής εικόνας και του ‘τι θα πει ο κόσμος’ και στηρίζει τελικά την κόρη της, η οποία δραπέτευσε από ένα βασανιστικό γάμο.
Τέλος, ιδιαίτερη μνεία θα ήθελα να κάνω στο αφήγημα «Σοκοφρέτες» όπου θεματοποιείται ο ρατσισμός κατά των παχύσαρκων γυναικών, συνδυασμένος και μ’ ένα φιλομεταναστευτικό, τρυφερό μήνυμα. Πρόκειται για μια ιστορία δοσμένη με βαθιά ευαισθησία και πλέρια ενσυναίσθηση.
Συνολικά, αποτιμώντας το βιβλίο της Μ.Ι. θα έλεγα ότι πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα συλλογή, έμπλεη ουμανιστικών και αγωνιστικών μηνυμάτων, τα οποία αναπτύσσονται με ευαισθησία, συγκίνηση και πίστη.
Σημειώνω ακόμη με ικανοποίηση ότι στα πλείστα αφηγήματα της Μ.Ι. υπάρχει ως κατακλείδα ένα στοιχείο διαφυγής από τη στυγνή-πικρή πραγματικότητα. Στο βιβλίο είναι ακόμη διαυγής μια τάση, μια ροπή αντίστασης και αντίδρασης, μια βούληση να πολεμηθεί μα και να νικηθεί αυτό το βασανιστικό, μουντό τοπίο, στο οποίο διαβιούν οι ηρωΐδες της συγγραφέως.
g.frangos@cytanet.com.cy
Φιλελεύθερα, 8.8.2021