«Η τελευταία απολογία ενός πεθαμένου που ’σφαξε τρεις και οκτώ λάβωσε ακόμα» του Βαγγέλη Γέττου σε σκηνοθεσία Λέανδρου Ταλιώτη.
Ο μακρύς, περιγραφικός τίτλος που επέλεξε ο Βαγγέλης Γέττος για το έργο του εξιστορεί την πιο καθοριστική χρονική ρωγμή στη ζωή του Νίκου Κοεμτζή. Το περιστατικό είναι γνωστό, ο τίτλος τα λέει όλα, συνεπώς αν αυτό που σας ενδιαφέρει στη θεατρική αναπαράσταση είναι το σασπένς και μυστήριο, αυτή δεν είναι μια πρόταση για σας. Ούτε, επίσης, αν είστε λάτρεις των δικαστικών δραμάτων και των true crime εξιστορήσεων.
Από τον τίτλο, ωστόσο, καθίσταται ακόμη πιο επιτακτική η απορία: μα καλά, πώς γίνεται κάποιος, μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα και μόνο με μια φαλτσέτα, να σκοτώσει τρεις -αστυνομικούς μάλιστα- να τραυματίσει άλλους οκτώ και να φύγει αλώβητος σαν εκδοροσφαγέας που μπούκαρε σε μαντρί με αρνιά; Σε ποια ψυχοπαθολογική κατάσταση μπορεί να βρίσκεται ένας άνθρωπος πριν βρει τη σωματική υπερδύναμη για μια τόσο σαρωτική, μανιώδη ανθρωποκτόνο επίθεση που καθίσταται αδύνατο ν’ αναχαιτιστεί;
Αυτό το «μακρύ ζεϊμπέκικο» εξακολουθεί εδώ και πέντε δεκαετίες να κατέχει περίοπτη θέση στην αστική μυθολογία της Αθήνας και στα εγκληματολογικά χρονικά της σύγχρονης Ελλάδας, αλλά και να στοιχειώνει το συλλογικό φαντασιακό. Ανάμεσα στην εικόνα του αιμοσταγούς μακελάρη «που ’σφαξε τρεις και οκτώ λάβωσε ακόμα» για μια παραγγελιά και την εικόνα του άκακου πρώην βαρυποινίτη που πουλούσε την αυτοβιογραφία του σε πάγκο στην οδό Ευελπίδων και στο Μοναστηράκι, υπάρχει μια ανακολουθία. Αυτή δεν είναι άσχετη με τη διαδρομή που ακολουθεί ένας κοινωνικά στιγματισμένος και πολιτικά καταπιεσμένος γιος ενός ΕΛΑΣίτη αντάρτη μέχρι τη μετατροπή του σε περιθωριακό νταή μικροκακοποιό και σε «κακοήθη απόφυση της ελληνικής κοινωνίας». Ο συγγραφέας προσπαθεί να τη διανύσει παρατηρώντας παράλληλα με ποιον τρόπο όλα αυτά συγκλίνουν στον σκληρό πυρήνα του ίδιου ανθρώπου, μιας προσωπικότητας ιδιοσυγκρασιακής, απλής όσο και σύνθετης. Αντιμετωπίζει τον Κοεμτζή ως περιπτωσιολογική μελέτη ειδικού αλλά και πολυδιάστατου ενδιαφέροντος.
«Η κοινωνία προετοιμάζει το έγκλημα. Ο εγκληματίας το διαπράττει». Το επιφανές αυτό αξίωμα του Βιτόριο Αλφιέρι δικαιώνεται πλήρως στην υπόθεση Κοεμτζή, αλλά και στην οπτική γωνία του Γέττου, όπως αποτυπώνεται στον πρώτο του θεατρικό μονόλογο που βρίσκει τον δρόμο προς το σανίδι. Στην ψυχονομία χρησιμοποιείται ο γαλλικός όρος «le passage à l’acte», που αναφέρεται ακριβώς στη μετάβαση σε μια εγκληματική πράξη, τη διαδικασία κατά την οποία μια βίαιη ιδέα ή πρόθεση μετατρέπεται σε επιθετική ενέργεια με όχημα, συχνά, ένα οξύ ψυχωτικό επεισόδιο. Μάλιστα, το γαλλικό δίκαιο μπορεί μέχρι και να απαλλάξει τον δράστη από την αστική ευθύνη των πράξεών του αν αποδειχτεί η επενέργεια της ψύχωσης. Η «μετάβαση» του Κοεμτζή, ωστόσο, όπως κι ο ίδιος ποτέ δεν δίστασε να παραδεχτεί, ήταν κάτι πολύ πιο συνειδητό και σύμπλοκο από μια κρίση αμόκ. Είχε πολύ πιο βαθιά αίτια με βάση τα οποία μπορεί κανείς να χτίσει το κοινωνιολογικό και ιστορικό πορτρέτο της μετεμφυλιακής, αλλά και της μεταπολιτευτικής Ελλάδας.
Αντλώντας κι από απρόσιτο μέχρι τώρα πρωτογενές υλικό, ο συγγραφέας ακολουθεί μια δομική και υφολογική οδό που δίνει την αίσθηση της ιστορικής και ψυχολογικής ακρίβειας. Πολύ σύντομα «ξεκόβει» το όποιο ενδεχόμενο συναισθηματικής ταύτισης του θεατή, τραβώντας τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στους ζωντανούς και τους πεθαμένους –αλλά όχι νεκρούς. Ο Κοεμτζής εξιστορεί όσα προηγήθηκαν, όσα συνέβησαν κι όσα ακολούθησαν, όχι με διάθεση να υπερασπιστεί τον εαυτό του ή να διεκδικήσει μια μετά θάνατον «δικαίωση». Άλλωστε, ο ίδιος είχε μετανοήσει για την πράξη του, επιζητούσε τη θανατική καταδική όσο αυτή ίσχυε και τελικά σωφρονίστηκε και αποφυλακίστηκε μετά από 23 ολόκληρα χρόνια. Σκοπός του δεν είναι η ηρωοποίηση του κακούργου, αλλά η συμβολή σ’ έναν διάλογο για την κατανόηση της μήτρας των εγκληματικών φαινομένων.
Η ευτυχής συνάντηση του Γέττου με τον Αλέξανδρο Παρίση, τον Λέανδρο Ταλιώτη και τον Λάκη Γενεθλή στην Κύπρο δημιούργησε ένα απόλυτα ισορροπημένο κουαρτέτο Ελλαδιτών και Κυπρίων που διατηρούν το παραστασιακό αποτέλεσμα στις απαραίτητες ράγες της ταύτισης και της ταυτόχρονης αποστασιοποίησης. Ο Παρίσης, γέννημα θρέμμα Αθηναίος και με ιδία εμπειρία από τον Κοεμτζή, καταδύεται στην καρδιά του χαρακτήρα αλλά και στο κάποτε φουρτουνιασμένο μυαλό του που έχει πια αγκυροβολήσει στο λιμάνι της συνειδητοποίησης. Τον κατανοεί χωρίς να τον δικαιολογεί. Δεν κοιτάζει το κοινό επίμονα στα μάτια, είναι συνάμα εγκάρδιος και επιφυλακτικός. Η ερμηνεία του είναι ακόμη πιο πειστική εξαιτίας του γεγονότος ότι αποπνέει μια φυσική λαϊκότητα, ότι εκτός από την υποκριτική ποιότητα έχει και την κοψιά του ρόλου που υποδύεται, καθώς επίσης έχει την ευχέρεια ν’ ακολουθήσει τη βραχνάδα και τη συστολή που ο ίδιος θυμάται να έχει ο Κοεμτζής στη φωνή του.
Η σκηνοθετική καθοδήγηση από τον Λέανδρο Ταλιώτη αποτρέπει ενδεχόμενη απομάκρυνση του εξομοιωμένου με τον χαρακτήρα ηθοποιού από τον πολιτικό πυρήνα του έργου και την οξεία κριτική που ασκεί. Ο σκηνοθέτης διακρίνει το ευθύ μήνυμα του αδρογραμμένου κειμένου, που απευθύνεται με άνεση και αμεσότητα στον θεατή (και) της Κύπρου του 2021. Διαχειρίζεται αποτελεσματικά τον αφηγηματικό ρυθμό και τον διεισδυτικό τόνο της πλοκής. Το ομαδικό κλίμα της πρότασης δεν κρύβεται ούτε σε σχέση με την εικαστική συμβολή του Γενεθλή, ειδικά σε ό,τι αφορά το σκηνικό. Ρούχα, βιβλία και αμέτρητα αντικείμενα ατάκτως ερριμμένα και συγκεντρωμένα σε σωρούς κι ανάμεσά τους, παραπεταμένος κι αυτός, ο μονήρης ήρωας δεσπόζει μέσα στον σωρό. Σαν να χορεύει βαρύ ζεϊμπέκικο πάνω από τα συντρίμμια για να υποδείξει στην κοινωνία τη βαθιά της κρίση.
Φιλελεύθερα, 6.6.2021