Μυριάνθη Παναγιώτου Παπαονησιφόρου: «Ως άνεμος καματερός», εκδόσεις Γερμανός, 2021.
Η Μυριάνθη Παναγιώτου Παπαονησιφόρου αποτελεί μια στέρεη και κατασταλαγμένη ποιητική φωνή του τόπου μας εδώ και δεκαετίες. Το έργο της έχει αποκρυσταλλωμένες αισθητικές παραμέτρους, ευρύτητα και διαλεκτική θεματικών προσανατολισμών, αναλόγως και του προστάγματος της κάθε χωριστής εποχής. Την ίδια ώρα η ποιήτρια έχει κατακτήσει, σε σημαντικό βαθμό, ένα προσωπικό ύφος που διακρίνεται, κυρίως, για τα διαυγή μηνύματα που εκπέμπει.
Χαίρομαι ιδιαίτερα που η ποιήτρια βρίσκει το σθένος και συνεχίζει να γράφει στα 80 της. Και είναι με μεγάλη ευχαρίστηση που πήρα στα χέρια μου και διάβασα την τελευταία της συλλογή: «Ως άνεμος καματερός». Θέλω να σταθώ ιδιαίτερα στα ποιήματα ποιητικής που περιλαμβάνει το βιβλίο, καθώς είναι ένα βιβλίο ωριμότητας. Ως εκ τούτου, οι ποιητολογικές αναφορές του αποκτούν ιδιαίτερη σημασία και αξία. Στη συλλογή εντόπισα τουλάχιστον πέντε τέτοια ποιήματα.
Θέλω να αρχίσω από αυτό που φέρει τίτλο: «Αν είσαι ποιητής» (σελ. 14) όπου, κατά την άποψη μου, εμπεριέχεται και ο ορισμός της ποίησης. Η Μ.Π.Π. προσδιορίζει την ποίηση ως υπηρεσία του καλού, ως δοκιμασία πόνου και ευσπλαχνίας: «…αν είσαι αλήθεια ποιητής θα είσαι / για το μυρμήγκι που δεν πάτησες / για την υπεροχή σου που αρνείσαι / για τις ακρώρειες που περπάτησες / τις στερεμένες των ματιών σου βρύσες / για το λουλούδι που δεν μάδησες». (σελ. 14) Αλήθεια, πόση λιτότητα, πόση παραστατικότητα, αλλά και ευαισθησία εμπερικλείουν αυτοί οι στίχοι.
Από την ίδια ενότητα και το ποίημα: «Ο λαλών ποιητής» (σελ. 18) που αφιερώνεται στον επίσης ποιητή, εκδημήσαντα Γιώργο Φάνο, και από το οποίο κρατώ ιδιαίτερα την κατακλείδα: «Μα οι ποιητές δεν πεθαίνουν / Σκορπάνε λέει ως ψήγματα χρυσού / στο ρίζωμα της γης». (σελ. 18) Η παρομοίωση της ποίησης με χρυσό πιστεύω πως είναι αρκούντως εύγλωττη μα και εύστοχη.
Ποιητολογικά είναι και τα δημιουργήματα: «Υπό κάλυψη ποιητής», (σελ. 11) «Ξέρω έναν ποιητή» (σελ. 15) και «Περί ποιήσεως ή το παράπονο ενός ηλικιωμένου ποιητή». (σελ. 10) Εδώ, με υπέροχη τρυφερότητα, συνδυάζεται και το ηλικιακό μεταίχμιο, το οποίο διανύει η ποιήτρια, που, μιλώντας πάντα για την ποίηση, ομολογεί: «Ναι παλιά έτσι τη βρίσκαμε / μεταμεσονύκτιες ώρες και χαράματα / μα τώρα γέρασα / γεράσανε κι οι λέξεις μη θαρρείς / και κλείνονται στα δωμάτια τους / κι άντε να τις βρεις…». (σελ. 10)
Βέβαια, το γήρας ως θεματικό μοτίβο εμπεριέχεται σε αρκετά ποιήματα της συλλογής. Επαρκέστερο όλων θεωρώ το ποίημα: «Ενύπνιο», (σελ. 29) τόσο για τη σύλληψη της ποιητικής ιδέας, όσο και για την αισθητική πραγμάτωσή της. Αλλά, κυρίως, για τη θαλπωρή της αγάπης που αποπνέει.
Επίσης, φυσικό επακόλουθο της αισθητικής μα και της ηλικιακής ωρίμανσής της, θεωρώ το γεγονός ότι η Μ.Π.Π. γράφει πλέον συχνότερα ποιήματα υπαρξιακής υφής. Ενδεικτικά αναφέρω το «Κλεψύδρες», (σελ. 12) όπως και το περπατώντας» (σελ. 24) που καταλήγει με τους στίχους: « …κρατήσου με νύχια και με δόντια / στην προσδοκία του αύριο και του πάντα / με ρίζες βαθιές που διαιωνίζονται / στις άπειρες στέρνες του σύμπαντος».
Η Μ.Π.Π. δεν έχει συνηθίσει ιδιαιτέρως το αναγνωστικό κοινό της σε κοινωνικής χροιάς ποιήματα. Όταν όμως το πράττει, οι εικόνες της είναι ολοκάθαρες, ευθύβολες ως προς τη στόχευσή τους, και δεν αφήνουν κανένα περιθώριο στην όποια αμφισημία: «Άκου πώς τραγουδά η βροχή / στα τζάμια των ωραίων σπιτιών / πώς κλαίει στις στέγες των ανέργων / πώς δέρνεται στα καταλύματα των αστέγων / Δες πώς παγώνει / στα μάτια των παιδιών με το ξένο όνομα / …». (σελ. 20)
Το δεύτερο μέρος της συλλογής «Ως άνεμος καματερός» φέρει τίτλο «Παλιά τετράδια» και περιλαμβάνει παλαιότερα ποιήματα της Μ.Π.Π., προφανώς αδημοσίευτα. Από αυτή την ενότητα επέλεξα να σταθώ ιδιαίτερα στο ποίημα: «Δεν» (σελ. 47) όπου θεματοποιείται εύστοχα ένας κόσμος που ψάχνει δικαιολογίες για να μην κάνει τίποτα, αλλά η ποιήτρια τον απογυμνώνει και τον αποκαλύπτει: «Κάποτε / είπες / θα ξεχειλίσει το ποτήρι / Μα εγώ σου λέω δεν / γιατί είναι ελαστικό / απρσδιορίστου χωρητικότητας / Είπες / έσσεται ήμαρ / της φυλακής τα σίδερα να σπάσουμε / Μα εγώ σου λέω δεν / γιατί τα σίδερα ήσαν προσχήματα / κι οι πύλες / ήσανε πάντα ανοιχτές». (σελ. 47)
Και βεβαίως, ο λυρισμός δεν εξέλειπε από την ποίηση της Μ.Π.Π. Με αυτόν θέλω να ολοκληρώσω την παρουσίασή μου. Με εικόνες ανάγλυφες ευωδιαστές και έμφορτες με πανδαισία χρωμάτων: «Κατρακυλούν τα δέντρα από ψηλά / κι έτσι ταχιά / μπαίνουνε τρέχοντας στη θάλασσα / με ρίζες πέτρες / φύλλα από γυαλί / Κι άλλοτε πάλι / ανηφορίζουνε τα κύματα στα βράχια / και πλένουνε τα δέντρα / μ’ ένα σαπούνι πράσινο που αφρίζει /….». (σελ. 39)
g.frangos@cytanet.com.cy