Αγγέλα Καϊμακλιώτη, «Οι πικροδάφνες θέλουν κούρεμα», Βακχικόν, Αθήνα 2020.

Η τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το 1974, όσα συνέβησαν τότε, αλλά και όσα ακολούθησαν μέχρι σήμερα, προσδιόρισαν καθοριστικά τη σύγχρονη Ιστορία της Μεγαλονήσου και χαράχθηκαν ανεξίτηλα στη μνήμη των κατοίκων της. Επηρέασαν, επίσης, σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο γραφής, το ύφος και τη θεματολογία της σύγχρονης κυπριακής λογοτεχνίας.

Η βαρβαρότητα του Αττίλα, η προσφυγιά, οι αγνοούμενοι και ο διαμελισμός της νήσου γκρέμισαν το όραμα και τις ελπίδες των Κυπρίων να συνεχίσουν τη ζωή τους σε μια πατρίδα που θα ακολουθούσε τη δική της ελεύθερη πορεία. 

Η τελευταία ποιητική συλλογή της Αγγέλας Καϊμακλιώτη με τίτλο «Οι πικροδάφνες θέλουν κούρεμα», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Βακχικόν», αποτυπώνει αυτούς ακριβώς τους ανεκπλήρωτους πόθους και τις διαψευσμένες ελπίδες. Το γεγονός, μάλιστα ότι η ποιήτρια έζησε την εισβολή και γεύθηκε την πίκρα του ξεριζωμού προσδίδει στα ποιήματα της συλλογής έντονο βιωματικό χαρακτήρα.

Η πρώτη ενότητα υπό τον τίτλο «Ημερολόγιο οδοφράγματος» παραπέμπει συνειρμικά στο «Ημερολόγιο Καταστρώματος, Γ΄» του Σεφέρη, που, ως γνωστόν, περιέχει ποιήματα που αναφέρονται στην Κύπρο. Από το πρώτο ποίημα της ενότητας, ομότιτλο με τη συλλογή, δηλώνεται ο νόστος για τον γενέθλιο τόπο. Σαν άλλος Οδυσσέας ο ανώνυμος πρόσφυγας, αποτραβηγμένος στην παραλία, στρέφει το βλέμμα  του προς τον κατεχόμενο βορρά.

Κάθε που άλλαζε ο καιρός,/συνήθως τον Οκτώβρη,/ τον έπιανε μελαγχολία./Αποτραβιόταν στον γιαλό/ και σιωπούσε./ Όταν επέστρεφε/ με γκρίζα μάτια βοριν ρωτούσε:/«Άραγε βρέχει στο Καρπάσι;».

 Τα συναισθήματα, όμως, αλλάζουν, όταν επιστρέφει στον χαμένο παράδεισο των παιδικών χρόνων ως επισκέπτης στο μοναστήρι τ’ Αποστόλου και βρίσκεται ενώπιον μιας εικόνας που τη συνθέτουν η φθορά, η απουσία, η σιωπή και η εγκατάλειψη. Αυτή η εικόνα τού έγινε κόμπος στον λαιμό και γι’ αυτό δεν θέλησε να επαναλάβει την επίσκεψη, έκτοτε δεν ξαναρώτησε. 

Η απόφαση για επιστροφή ή και η άρνηση για επιστροφή στις κατεχόμενες περιοχές αποτελεί κεντρικό θέμα και σε άλλα ποιήματα. Τα πρόσωπα στα οποία αναφέρονται βρίσκονται αντιμέτωπα με διλήμματα. Να επιστρέψουν; Πώς θα αντέξουν όσα θα αντικρίσουν; Να μην επιστρέψουν; Πώς να τιθασεύσουν την επιθυμία να ξαναδούν τον τόπο, όπου γεννήθηκαν;

Στη συλλογή περιλαμβάνονται ποιήματα που αγγίζουν όλες τις χρονικές φάσεις της τελευταίας περιπέτειας της Κύπρου. Δεν περιορίζονται μόνο στην περιγραφή εικόνων που παρουσιάζουν οι κατεχόμενες περιοχές, ούτε στη βαριά συναισθηματική φόρτιση όσων τις επισκέπτονται ή δεν τις επισκέπτονται. Το ποιητικό υποκείμενο διακηρύσσει την κοινή πεποίθηση ότι εντός βρισκόταν πάντα ο εχθρός, με αποτέλεσμα η μικρή πατρίδα με το μεγάλο παρελθόν να μείνει εκτεθειμένη σε θανάσιμους κινδύνους, στην πιο κρίσιμη στιγμή. Εκφράζει θυμό για τα εγκληματικά λάθη, τις παραλείψεις, την ανεπάρκεια και τα συμπλέγματα εκείνων που άναψαν το πράσινο φως για την τουρκική εισβολή.Αποδοκιμάζει και όσους εκ των υστέρων, στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους, σπεύδουν να καρπωθούν το αίμα των άλλων, για να θυμηθούμε τον Σεφέρη. Γι’ αυτούς που εκμεταλλεύονται το αίμα όσων έπεσαν στο πεδίο της τιμής και του καθήκοντος και σπεύδουν να εκφωνήσουν βαρύγδουπους επικήδειους λόγους.

Όταν εκφωνούνται/ τα μεγάλα λόγια/ στους μεγάλους ναούς,/ οι αγνοούμενοι/ στα μικρά τους φέρετρα/δολοφονούνται/ με μικρές επαναλήψεις. 

Η ποιήτρια σκάβει με τη μνήμη της το παρελθόν και επικαλείται σκλαβωμένους τόπους της Μεγαλονήσου, ανοίγει διάλογο με την καρτερική Αμμόχωστο, την ιδιαίτερη πατρίδα. Είναι και αυτός ένας τρόπος αντίστασης, παρηγορίας αλλά και αίσθησης του χρέους να σταθούν όλοι στο ύψος που απαιτούν οι περιστάσεις, να διατηρηθεί άσβεστη η ελπίδα της επιστροφής στο πατρογονικό χώμα.

Πότε η ανάσταση;/ Ποιος θα φωνάξει επιστροφή;/ Αμμόχωστος· /κοντά μισό αιώνα/καρτερούν σε./ Θα τους καλέσεις;

Το καταθλιπτικό παρόν βαραίνει στα περισσότερα ποιήματα και κορυφώνεται στο προτελευταίο με τον τίτλο «Φρικωδία», όπου παρουσιάζεται το σημερινό αδιέξοδο, το άλυτο δράμα, η κακοφορμισμένη πληγή της νήσου. Πρόκειται για ποίημα που παραπέμπει στην «Πρέβεζα» του Καρυωτάκη. Με μελαγχολική διάθεση η ποιήτρια αναφέρεται στις παρανομίες που ο εχθρός διαπράττει στη νήσο ανεμπόδιστα, χωρίς να δίνει λόγο σε κανέναν, προφανώς με την ανοχή αν όχι με την ενθάρρυνση των ισχυρών, ενώ οι άνθρωποί της αντιδρούν με σπασμωδικές ενέργειες.

Φρίκη οι φρεγάτες που αρμενίζουν/στις μαύρες θάλασσες και στα οικόπεδα/ […] την Κυριακή διαδήλωση/ στα οδοφράγματα […]Φρίττω που η φρίκη μας/ δεν έχει πρόσωπο-μόνο πλοκάμια.

 Η δεύτερη ενότητα της συλλογής με τίτλο «Μπετόβεν στο λάπτοπ» περιέχει 27 ποιήματα. Από αυτά εκείνα που ανήκουν στην ίδια θεματική με την πρώτη ενότητα είναι ελάχιστα. Τα περισσότερα εξωτερικεύουν απόψεις που σχετίζονται με την ανθρώπινη ύπαρξη,  τον έρωτα, τον χρόνο, τον θάνατο, τη γλώσσα και την παιδική ηλικία. Ο τόνος εδώ είναι περισσότερο προσωπικός και σε μερικά ποιήματα ειρωνικός αλλά σατυρικός, όπως, για παράδειγμα στα δύο τελευταία ποιήματα «Ποιητική βραδιά» και «Έβρεξε λέξεις».

 «Οι πικροδάφνες θέλουν κούρεμα», πέμπτη ποιητική συλλογή της Αγγέλας Καϊμακλιώτη, συγκεντρώνουν τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την ποιοτική ποίηση. Τα θέματα στα οποία αναφέρεται, τα μηνύματα που εκπέμπει, η ευαισθησία, ο πυκνός λόγος, το προσεγμένο λεξιλόγιο, οι εικόνες, ο άνετος χειρισμός των εκφραστικών μέσων, τα σχήματα λόγου συνιστούν σημεία στα οποία η ποιήτρια ενδιατρίβει με ιδιαίτερη προσοχή και ακρίβεια. Η ποίηση της Αγγέλας Καϊμακλιώτη δικαιολογημένα έχει αποσπάσει πολύ θετικά σχόλια της κριτικής και είναι βέβαιο ότι θα συνεχίσει τη δημιουργική της πορεία με έργα υψηλής έμπνευσης. 

*Ο Μανώλης Στεργιούλης είναι δ.φ., Διευθυντής του Πειραματικού Σχολείου Αθηνών.

Φιλελεύθερα, 23.5.2021.