Ο πρόεδρος του Συνδέσμου Αιθουσαρχών Κινηματογράφου Κύπρου σχολιάζει ότι το σινεμά, δικαιούται και στο τόπο μας μιας καλύτερης τύχης και φροντίδας από τις αρχές που διαχρονικά «κερδίζουν» μόνο από αυτόν, ανταποδίδοντάς του το απόλυτο τίποτα.

Από τις 28 Δεκεμβρίου 1895 που οι αδελφοί Λουμιέρ πραγματοποίησαν την πρώτη δημόσια σε 35 τυχερούς παριζιάνους φθάσαμε στο σήμερα όπου εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι απολαμβάνουν το σινεμά σε ολόκληρο τον κόσμο. 125 χρόνια ζωής και 113 χρόνια παρουσίας του στη Κύπρο.

Η λέξη κινηματογράφος και το παράγωγο της γνωστό ως σινεμά, έκτοτε χαρακτηρίζουν τη δημοφιλέστερη ίσως μορφή ψυχαγωγικής έκφρασης και τέχνης. Αυτή η φωτοριθμική τέχνη αιχμαλώτισε άμεσα τη φαντασία του κοινού σε ολόκληρο τον κόσμο, εξαναγκάζοντας μάλιστα τους ειδικούς να της προσδώσουν περαιτέρω το πολύ τιμητικό επίθετο της έβδομης τέχνης, μετά τη λογοτεχνία, τη μουσική, το χορό, τη ζωγραφική, τη γλυπτική και την αρχιτεκτονική που προϋπήρχαν.

Η μεγάλη διαφορά της έβδομης τέχνης ήταν και παραμένει το γεγονός ότι μέσα της εμπεριέχει όλες τις υπόλοιπες αρχέτυπες και προγενέστερες της τέχνες, οι οποίες κατ’ ουσία έκτοτε συναποτελούν το DNA της. Στη μικρή μας Κύπρο η πρώτη κινηματογραφική προβολή ήταν εκπαιδευτικού χαρακτήρα και πραγματοποιήθηκε στο θέατρο Παπαδόπουλου στη Λευκωσία το 1907, ενώ σιγά σιγά άρχισαν να γίνονται προβολές σε καφενεία και συλλόγους, ενώ εμφανίστηκαν και οι πρώτοι κινηματογράφοι. 

Το σινεμά αγαπήθηκε στη Κύπρο ακριβώς όπως και αλλού στο κόσμο, αν και εδώ αναπτύχθηκε κάτω από αντίξοες συνθήκες σ’ ολόκληρη την πολυτάραχη διαδρομή του: Αγγλοκρατία, περίοδος απελευθερωτικού αγώνα 55-59, γεγονότα 63-64-67, εισβολή 1974, πειρατεία από το ‘80 μέχρι και σήμερα, κούρεμα 2013 και πανδημία 2020.

Μπορεί λοιπόν το σινεμά να αγαπήθηκε στον τόπο μας όσο και αλλού, με τη διαφορά όμως πως αλλού στηρίχθηκε και συνεχίζεται η στήριξή του μέχρι και τις μέρες μας, αλλά και θα συνεχιστεί παντοτινά. Ενώ εδώ στη μικρή μας χώρα, ο κινηματογράφος σαν πεταγμένο ορφανό, ουδέποτε ένιωσε τη ζέστη αγκαλιά του διαχρονικά παγωμένου και αδιάφορου κράτους. Ό,τι έχει διαχρονικά επιτευχθεί κινηματογραφικά στο τόπο μας έγινε από προσωπικές πρωτοβουλίες κάποιων ρομαντικών οι οποίοι κυριολεκτικά ερωτεύθηκαν το σινεμά. Ακόμα κι όσοι εργάστηκαν στο χώρο, οπερατέρ, τιτλέρ, ντελάληδες και ταξιθέτες βρέθηκαν εκεί κατά κύριο λόγο γιατί αγάπησαν την τόσο εκφραστική τέχνη και ψυχαγωγία, η οποία μπορούσε ν’ αγγίξει ακόμα και τον πιο απλό άνθρωπο.

Μετά και κάτω από αυτό το τόσο θετικό κλίμα που δημιούργησε η ομπρέλα της ελκυστικής αύρας της έβδομης τέχνης αναπτύχθηκαν εταιρείες διανομής ταινιών και περίπου 220 κινηματογράφοι σε όλα τα μήκη και πλάτη της Κύπρου από το Ριζοκάρπασο και την Κωμη Κεπήρ, μέχρι την Πόλη Χρυσοχούς και τον Πύργο Τηλλυρίας, από την Κερύνεια, την Λάπηθο και τον Καραβά, στη Λεμεσό και το Ακρωτήρι. Όλα είχαν κατορθωθεί με ιδιωτική πρωτοβουλία μέσα στις προαναφερθείσες δύσκολες κοινωνικές συνθήκες και χωρίς την στήριξη των όποιων κρατικών σχεδιασμών, αλλά εκ του αντιθέτου με βαριές φορολογίες, όπως την επιβολή του αναχρονιστικού φόρου θεάματος, ο οποίος ήταν επινόηση των αποικιοκρατών Άγγλων και εφαρμόζεται πιστά και αδίκως από το 1948 μέχρι και τις μέρες μας.

Τα μέλη του συνδέσμου μας και οι οικογένειές τους πατροπαράδοτα διατηρούν μακροχρόνιες εμπειρίες στο κινηματογραφικό γίγνεσθαι με 74χρονες πορείες τριών γενεών μέσα από τις οποίες έχουν υπηρετήσει πιστά το βασικό τρίπτυχο της Κινηματογραφικής ανάπτυξης, δηλαδή την εισαγωγή και διανομή ταινιών, την δημιουργία και λειτουργία κινηματογράφων και κινηματοθεάτρων και την παραγωγή ταινιών από το 1967, τολμώ να πω με ταινίες που προβαλλόντουσαν σε Κύπρο, Ελλάδα, Αγγλία, Γερμανία, Αυστραλία, Καναδά, Αμερική και Νότια Αφρική δηλαδή όπου υπήρχε Ελληνισμός και πάλι χωρίς την όποια κρατική στήριξη.

Στη πολύχρονη πορεία μας έχουμε βιώσει πολλά και διάφορα˙ ζημιογόνες καταστάσεις και κρίσεις από εξωγενείς και άλλους παράγοντες αλλά ουδέποτε στο παρελθόν αντιμετωπίσαμε μια τόσο μεγάλη και ολοκληρωτική καταστροφή όσο τώρα.

O Κινηματογράφος είναι μια παγκόσμια τέχνη, κουλτούρα και πολιτισμός αλλά και ψυχαγωγία η οποία ταυτίζεται απόλυτα με όλες τις ηλικίες γούστα και προτιμήσεις του τεράστιου κοινού του που υπηρετεί. Υπάρχει δε μια αόρατη αλληλεξάρτηση των δύο την οποία οι αρχές κάθε χώρας αντιλαμβάνονται ως αναγκαία και γι’ αυτό παντού τη σέβονται και την προωθούν με ανάλογες ρυθμίσεις, προγράμματα, χορηγίες, επιδοτήσεις κι άλλα υποβοηθητικά μέτρα.  

Είναι δε πραγματικά ειρωνικό το γεγονός ότι μέσα στον πολύμηνο κατ’ οίκον περιορισμό του ο κόσμος, ψυχαγωγείται με κινηματογραφικές ταινίες μέσω των τηλεοράσεων τους, μέσω νόμιμων και ενδεδειγμένων λήψεων αλλά και μέσω ψηφιακών προβολών από παράνομες πλατφόρμες. Η πειρατεία έχει ριζώσει από καιρό στο τόπο μας και δυστυχώς την ζούμε ασταμάτητα και έντονα σε όλες τις μεταλλαγμένες μορφές της τα τελευταία 40 χρόνια. Από τον καιρό της εμφάνισης της κανιβαλιστικής αυτής παθογένειας, έχει επηρεαστεί αρνητικά η απόδοση των κινηματογράφων, τουλάχιστον με μια πτώση των εισιτηρίων της τάξης του 50%. Ακόμα και στο τομέα της πάταξης της πειρατείας υστερούμε κατά πολύ των Ευρωπαίων εταίρων μας με το αρνητικό ρεκόρ κατάληψης μιας εκ των τελευταίων θέσεων στη συγκεκριμένη λίστα.

Το σινεμά, αυτός ο παγκόσμιος ψυχαγωγός που άλλοτε φορά το προσωπείο του χωρατατζή, μετά ντύνεται με το σοβαρό μανδύα του ιστορικού, ή πολλές φορές βάφεται με τα χρώματα του πολέμου, ενώ κάποτε γίνεται μυστήριος, σκοτεινός και τρομακτικός, ή ενίοτε μας ταξιδεύει σε κόσμους μαγικούς, φανταστικούς και πολύχρωμους, δικαιούται και στο τόπο μας μιας καλύτερης τύχης και φροντίδας από τις αρχές που διαχρονικά «κερδίζουν» μόνο από αυτόν, ανταποδίδοντάς του το απόλυτο τίποτα.

Οι κινηματογραφικές αίθουσες είναι οι ναοί της απόλυτης έκφρασης της τέχνης του σινεμά και στηρίζοντάς τες ταυτόχρονα στηρίζεται ο πολιτισμός στον τόπο μας. Ο κινηματογράφος επιτέλους δικαιούται το δικό του HAPPY END. 

Φιλελεύθερα, 21.2.2021.