Το περπάτημα στην εξοχή είναι μια ιαματική δραστηριότητα. Επιλέγω κάθε φορά διαφορετικούς προορισμούς για να συμπεριλάβω στα οφέλη της άσκησης και το στοιχείο της έκπληξης.
Μια καθημερινή διαδρομή γίνεται ρουτίνα ενώ η επιλογή ενός άγνωστου μονοπατιού προσθέτει εικόνες, μυρωδιές και ακούσματα διαφορετικά. Αυτή τη φορά περπατώ μέχρι τη θάλασσα διασχίζοντας τα χωράφια, κυρίως για να απολαύσω την υπέροχη φύση αλλά και για αποφύγω το καυσαέριο του δρόμου και την τροχαία κίνηση.
Κατηφορίζοντας προς τον στόχο μου, συναντώ μια ανθισμένη αμυγδαλιά, προάγγελο της επερχόμενης άνοιξης. Χαμογελώ γιατί συνειδητοποιώ ακόμη μια φορά πως μέσα στις πολύ δύσκολες συνθήκες της πανδημίας και τόσων επακόλουθων προβλημάτων και περιορισμών, η πανάρχαια φύση, η θεότητα αυτή, συνεχίζει ακάθεκτη το θαυμάσιο έργο της αναγέννησης.
Μπορείς να κόψεις όλα τα λουλούδια, αλλά δεν μπορείς να εμποδίσεις τον ερχομό της Άνοιξης, είπε κάποτε ο ποιητής Πάμπλο Νερούδα. Και βέβαια εγώ δεν έχω καμιά τέτοια διάθεση να κόψω κανένα λουλούδι, μόνο να τα χαρώ.
Περβόλια με λεμονόδεντρα που λαμποκοπούν στον πρωινό ήλιο, αμπελώνες φρεσκοκλαδεμένοι, χωράφια κατάσπαρτα και κάπου κάπου μια συντροφιά μεταξένιες ανεμώνες ξεφυτρώνουν σαν κέντημα στο πράσινο δροσερό χαλί. Αισθάνομαι ανάλαφρη. Δεν σταματώ παρόλο που οι προκλήσεις γύρω είναι πολλές. Θαυμάζω από μικρή απόσταση το παραδεισένιο τοπίο ενώ ο στόχος μου, η θάλασσα, ασημένια, ηλιολουσμένη με καλεί.
Τα βήματά μου γίνονται πιο γρήγορα, σχεδόν τρέχω, σχεδόν έφτασα, ακούω το θρόισμα της καλαμιάς, το κελαηδιστό τραγούδι των πουλιών, ακροάζομαι το φλοίσβο των κυμάτων και την ηχώ τους. Εκεί ανάμεσα ουρανού και γης μακριά από σπίτια και ανθρώπινες παρουσίες ακούω δυνατά την καρδιά μου, ακούω την ανάσα μου. Ακούω όμως και τα πρώτα γαυγίσματα. Σχεδόν ταυτόχρονα αντικρίζω δυο μεγαλόσωμα, δυνατά, αγριεμένα λυκόσκυλα να κατευθύνονται ταχύτατα προς το μέρος μου. Συνειδητοποιώ ότι έχω παραβιάσει το χώρο τους. Είναι φύλακες μιας κτηνοτροφικής μονάδας, «μεγάλο το λάθος μου» σκέφτομαι, αλλά θα το αντιμετωπίσω.
Είναι από εκείνες τις στιγμές που ενώ δεν έχεις καθόλου χρόνο να αντιδράσεις, με κάποιο μαγικό τρόπο όλα μπαίνουν σε ένα άλλο παράλληλο σύμπαν όπου τα γεγονότα συμβαίνουν εκτός χωροχρόνου, σε αργή κίνηση, όπου όλα παίρνουν το νόημα και την αξία που τους αναλογεί, όπου γνωρίζεις ότι τα πράγματα είναι δύσκολα και οριακά, και που όμως αποφασίζεις ότι είσαι το μοναδικό πρόσωπο που μπορεί να διαχειριστεί την κατάσταση.
Σκέφτομαι ότι πρέπει να προστατεύσω τα χέρια και το πρόσωπό μου, υπολογίζω ότι θα με δαγκώσουν στα πόδια, δεν έχω χρόνο για να τηλεφωνήσω κάπου, σε δευτερόλεπτα θα βρίσκονται δίπλα μου. Οι σκέψεις περνούν με ταχύτητα φωτός και η απόφαση για στρατηγική αντιμετώπιση, επίσης. Σταματώ λοιπόν να περπατώ, μαζεύω τα πόδια και τα χέρια μου κοντά στο σώμα μου και με το πιο γλυκό χαμόγελο αρχίζω με ηρεμία να τους μιλώ: «Ήρεμα, παιδιά. Μην αγχώνεστε. Όλα καλά. Δεν ήρθα να σας ενοχλήσω. Τι θέλετε; Να με δείτε από κοντά; Ελάτε. Να γνωριστούμε…». Τόσο αφύσικα, τόσο φυσικά τελικά.
Διατηρώ την ακινησία του σώματος μου, την σταθερότητα και την ηρεμία στη φωνή μου και το χαμόγελο – σταθερή αξία, τα σκυλιά με μυρίζουν από πάνω μέχρι κάτω, κάνουν γύρω μου κύκλους, σταματούν το γαύγισμα, σταματούν το γρύλισμα. Αποφασίζω να κάνω ένα μικρό βήμα, ύστερα ακόμη ένα, περπατώ αργά αλλά σταθερά και τότε το σκηνικό αλλάζει. Τα δυο λυκόσκυλα παίρνουν θέσεις δίπλα μου, το ένα δεξιά το άλλο αριστερά και περπατάνε σαν σωματοφύλακες μαζί μου. Συνεχίζω να περπατώ, να απομακρύνομαι από την περιοχή τους δηλαδή, αυτά με συνοδεύουν, δεν αισθάνομαι καθόλου φόβο, τώρα εγώ ακολουθώ τα σκυλιά, με πιο γρήγορο βήμα, τα παρακολουθώ με την άκρη του ματιού μου, υπέροχα δυνατά ζώα θα μπορούσαν να με σκοτώσουν κι όμως με σέβονται και με οδηγούν έξω από την περιοχή τους. Δεν θέλω να φύγουν, θέλω να συνεχίσω να περπατώ μαζί τους, αισθάνομαι ότι μου έχουν χαρίσει ένα μέρος της περηφάνιας και της δύναμής τους, νιώθω τη βαθιά συγγένεια που μας ενώνει, το σεβασμό που τα δυο λυκόσκυλα μου δείχνουν, ο αέρας της εξοχής, οι μυρωδιές και η ασημένια θάλασσα βρίσκονται ξανά στη θέση τους και τότε αίφνης οι συνοδοί μου σταματούν και με αφήνουν να συνεχίσω το δρόμο μου.
Απομακρύνομαι ενώ αισθάνομαι ότι αφήνω πίσω το βλέμμα και την ανάσα τους. Έγραψε ο Κούντερα κάποτε πως οι σκύλοι είναι η επαφή μας με τον παράδεισο. Δεν ξέρουν ούτε κακία, ούτε φθόνο, ούτε δυσφορία. Θα έλεγα ότι μπορεί να είναι και η επαφή μας με τονανώτερο εαυτό. Ποιος ξέρει;
* Η Αγγέλα Καϊμακλιώτη είναι συγγραφεάς και ποιήτρια.
Φιλελεύθερα, 21.2.2021.